Σε λίγο άρχισαν να συγκεντρώνονται επαναστατικές δυνάμεις στη Λίμνη, όπου είχαν φτάσει από τη Χαλκίδα και όσοι Ελληνες κατόρθωσαν να ξεφύγουν από την επιτήρηση των Τούρκων. Αλλά και ο πρωτοσύγκελος Βαρλαάμ, καθώς γύριζε στην κεντρική περιοχή, για να συγκεντρώσει τα όπλα και να καθησυχάσει τους κατοίκους, συνάντησε ένοπλους χωρικούς και με τη βοήθειά τους κατόρθωσε να απαλλαγεί από τους Τούρκους συνοδούς του και να καταφύγει στον Αγιο, όπου είχε αρχίσει να συγκροτείται επαναστατικό στρατόπεδο.

Στο μεταξύ όσα ζωηρά στοιχεία υπήρχαν στο βόρειο τμήμα του νησιού συγκεντρώθηκαν στη Λίμνη. Εκεί, επειδή υπήρχε ευκολία στις συγκοινωνίες με τη Ρούμελη και το Τρίκκερι, το έδαφος ήταν πρόσφορο για επανάσταση. Στις 27 του Μάη έφτασε στη Λίμνη ο πρωτοξάδερφος του Οδυσσέα Ανδρούτσου, καπετάν Βερούσης, ο οποίος είχε οριστεί αρχηγός των όπλων στην Εύβοια. Είχε μαζί του τον Γιαννιό Χαλικιά, τον Τουρκοστάθη, τρεις παπάδες από το Ξηροχώρι και αρκετούς άντρες οπλισμένους. Το σώμα του Βερούση, ενισχυμένο και από τους επαναστάτες της Λίμνης, ξεκίνησε για τα πολιτικά, όπου έφτασε το ίδιο βράδυ. Ταυτόχρονα αγκυροβόλησε και ένας μικρός στόλος από δύο τρικκεριώτικα μπρίκια και τέσσερις σκούνες, που είχαν εξοπλίσει οι Λημναίοι. Βρέθηκαν ακόμη στη Λίμνη και μερικοί Ελληνες πρόκριτοι, σταλμένοι από τους μπέηδες να αλέσουν σιτάρι, για να εφοδιάσουν τα φρούρια. Οι πρόκριτοι αυτοί, μόλις είδαν τους επαναστάτες τούς παρέδωσαν το σιτάρι και τους ακολούθησαν. Τώρα το σώμα του Βερούση είχε 2.000 άνδρες, ο οπλισμός τους όμως ήταν λίγος και σε κατάσταση όχι καλή.

Την άλλη μέρα έφτασαν στα Πολιτικά μυστικοί αποσταλμένοι των ραγιάδων της Χαλκίδας, οι οποίοι ειδοποίησαν ότι οι Τούρκοι εκεί ήταν πολύ εξαγριωμένοι. Παρακάλεσαν λοιπόν τους Ελληνες  οπλαρχηγούς να γράψουν στο μουτεσελίμη και τους μπέηδες συνιστώντας τους να μην πειράξουν τους χριστιανούς. Πραγματικά ο Βερούσης έγραψε στους επίσημους Τούρκους ότι τους θεωρούσε υπεύθυνους για τη ζωή των Ελλήνων. Τα γράμμα σφραγίστηκε με τα δαχτυλίδια τριάντα δύο καπεταναίων και στάλθηκε στη Χαλκίδα.

Αμέσως ύστερα οι οπλαρχηγοί του Βερούση έφτιασαν σαράντα σημαίες και, με επικεφαλής τον πρωτοσύγκελο Βαρλαάμ, ξεκίνησαν να καταλάβουν τη Χαλκίδα. Αλλά η κίνηση αυτή ήταν πρόωρη και αμελέτητη. Από τις δύο χιλιάδες άντρες που αριθμούσε το σώμα του Βερούση μόνο πεντακόσιοι είχαν όπλα και αυτά χωρίς αρκετά πυρομαχικά. Υστερα από λίγο σταμάτησαν, γιατί από το ύψος ενός λόφου είδαν στο δρόμο της Χαλκίδας τουρκικό ιππικό. Το απόγευμα συγκροτήθηκαν κάποιες αψιμαχίες και κατόπιν το μεν ιππικό ξαναγύρισε στη Χαλκίδα, το δε πεζικό μπήκε στον Κοπανά, απ’ όπου όμως, σε λίγο, διώχτηκε από τον Βερούση.

Στο μεταξύ έφτασε ο πρόκριτος Χατζή Σωτήρης, που ήταν φυλακισμένος στη Χαλκίδα και ο ηγούμενος της μονής Γέροντος με λίγους οπλισμένους χωριάτες. Τότε ο πρωτοσύγκελος Βαρλαάμ πρότεινε να γίνει αμέσως έφοδος κατά της Χαλκίδας από τη στεριά, ταυτόχρονα δε τα τρικκεριώτικα και τα λημναίικα να τη χτυπήσουν από τη θάλασσα. Αυτό θα ανάγκαζε τους Τούρκους να αποσυρθούν στο φρούριο, οπότε οι Ελληνες επαναστάτες θα είχαν την ευκαιρία να μπουν στην πόλη, να συγκεντρώσουν όσα όπλα και πολεμοφόδια έβρισκαν και κατόπιν να αποτραβηχτούν στα ορεινά.

Αλλά η πρόταση του Βαρλαάμ δεν έγινε δεχτή και το επαναστατικό σώμα τοποθετήθηκε σε διάφορες θέσεις, όπου αδρανούσε. Οι στρατιώτες του είχαν σκορπιστεί στα γύρω χωριά και γλεντοκοπούσαν. Και ο ίδιος ο καπετάν Βερούσης  είχε παραδοθεί σε αδιάκοπους πανηγυρισμούς και οινοποσίες. Ετσι το στρατόπεδο είχε σχεδόν διαλυθεί και στις θέσεις του δεν υπήρχαν παρά μόνο οι σαράντα σημαίες των οπλαρχηγών.

Σ’ αυτή λοιπόν την κατάσταση βρήκαν τους Ελληνες οι Τούρκοι, όταν σε λίγες μέρες χτύπησαν το ελληνικό στρατόπεδο με ισχυρές δυνάμεις ιππικού και πεζικού. Οι λίγοι επαναστάτες που είχαν μείνει εκεί αιφνιδιάστηκαν και βιάστηκαν να φύγουν, χωρίς να ρίξουν τουφεκιά. Σε λίγο όμως τους έφτασε το τουρκικό ιππικό και τους κατάκοψε με τις σπάθες. Και οι ραγιάδες της Χαλκίδας έβλεπαν τρομοκρατημένοι τους Τούρκους να γυρίζουν θριαμβευτικά με τις ελληνικές παντιέρες και τα κεφάλια των σκοτωμένων επαναστατών καρφωμένα σε κοντάρια.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Βερούσης κατόρθωσε να συγκεντρώσει τα λείψανα του στρατού του. Και τότε επιχείρησε νέα εκστρατεία κατά της Χαλκίδας. Αλλά, όταν έφτασε στη Βρωμούσα, όρμησαν εναντίον του οι Τούρκοι με ολόκληρη τη δύναμη του πεζικού και του ιππικού. Ακολούθησε δεύτερη σφαγή και νέος διασκορπισμός των επαναστατών. Ευτυχώς στην κρίσιμη αυτή στιγμή έφτασε το καράβι του Κριεζή, το οποίο χτύπησε με τα κανόνια του τους Τούρκους και τους ανάγκασε να υποχωρήσουν προς τα Μανίκια. Ετσι, μερικοί άντρες του επαναστατικού σώματος κατόρθωσαν να σωθούν.

Υστερα από την καταστροφή αυτή οι οπλαρχηγοί αφαίρεσαν την αρχηγία από το Βερούση, ο οποίος, όπως είπαμε, είχε διοριστεί στη θέση αυτή επειδή ήταν εξάδελφος του Οδυσσέα Ανδρούτσου, του οποίου είχε όλα τα ελαττώματα, χωρίς όμως να έχει  και τις πολεμικές αρετές.

(συνεχίζεται…)

 

Άρης Νόμπελης