Την πρώτη Σεπτεμβρίου του 2012 συνέβη το αναπόφευκτο: Χώρισα και τυπικά με την πρώην σύζυγό μου. Εκείνη πήρε τα λιγοστά (αλλά καλόγουστα) πράγματά της και… πέταξε για άλλες πολιτείες, μη θέλοντας να μου πει πού επρόκειτο να μείνει από τότε και στο εξής. Οσες διαφωνίες και να είχαμε, όση πίκρα είχα εισπράξει κατά καιρούς δεν θα σας γράψω ψέματα: Και έκλαψα με λυγμούς, και έφθασα στο όριο της κατάθλιψης, και η καρδιά μου ράγισε, ιδιαιτέρως όταν πήρα και τα δικά μου πράγματα και έκλεισα για πάντα την πόρτα του σπιτιού που έμεινα δέκα ολόκληρα χρόνια…

Προσπάθησα να ξεχάσω αλλά μάταια. Αρχισα να γυρίζω με όσους λίγους φίλους μού είχαν απομείνει σε διάφορα κακόφημα μπαράκια, νιώθοντας την ανάγκη να παρηγορηθώ στην αγκαλιά συνήθως κάποιας από το πρώην ανατολικό μπλοκ. Ασφαλώς αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο, αφού στα συγκεκριμένα μέρη οι κοπέλες ήταν εκπαιδευμένες να προσποιούνται πως ενδιαφέρονται, ενώ ο πραγματικός λόγος που κάθονταν μαζί σου ήταν να σε… μαδήσουν οικονομικά όσο περισσότερο γινόταν. Οι εξαιρέσεις στον κανόνα ελάχιστες και αυτές με τον καιρό εξαφανίζονταν αφού αντιλαμβάνονταν τι «παιζόταν» εκεί μέσα. «Δεν έκαναν γι’ αυτή τη δουλειά» όπως ανέφερε ο Νίκος Φέρμας στο «Καλώς ήρθε το δολάριο». Και πράγματι εκείνη που ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα ήταν η Ελβίρα από τον Καύκασο, η οποία το πρωί ήταν μοδίστρα και το βράδυ αναγκαζόταν να πηγαίνει σε αυτό το άθλιο μέρος. Απεχθάνομαι πλέον τέτοια μέρη, αλλά δεν μπορεί να είμαι και… αχάριστος: Γνώρισα την Ελβίρα, μια απίστευτα γοητευτική γυναίκα με υπέροχα μάτια και… συγκλονιστικές αναλογίες.

Δεν είχε περάσει καιρός από τον χωρισμό μου και φαινόταν ακόμη το σημάδι της βέρας στο δάχτυλό μου. Φυσικά η Ελβίρα το πρόσεξε αμέσως και αυτόματα έγινε καχύποπτη απέναντί μου, αφού στο μέρος που δούλευε τα δύο τρίτα των ανδρών ήσαν παντρεμένοι. Βγήκαμε να φάμε κάποιες φορές, παρά τις όποιες διαφωνίες μας στο φαγητό (της άρεσε το σούσι που μου φέρνει αναγούλα), και γενικότερα μου άφησε κάποιες αόριστες ελπίδες για ένα ελπιδοφόρο μέλλον μαζί της. Οπως γίνεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, η Ελβίρα είχε ένα παιδί στην εφηβεία, καθώς παντρεύτηκε και χώρισε νωρίς. Μου έκανε ξεκάθαρο ότι το παιδί της πάντοτε θα προηγείται, αλλά μου ανέφερε επίσης πως ήθελε και άλλα παιδιά με τον «κατάλληλο» (ματσωμένο) άνδρα. Κάποτε είχα τα χρήματα για να αντεπεξέλθω στις προσδοκίες της αλλά, με τη βοήθεια και κάποιων «στενών» φίλων, το… παραδάκι είχε αρχίσει να μειώνεται επικίνδυνα. Κοινώς, δεν μπορούσα να παντρευτώ την Ελβίρα και να την κάνω ασφαλή και ευτυχισμένη.

Αξίζει να αναφερθεί πως σε κάποιο από τα ραντεβού μας στο «Φίλιον» μου ζήτησε να λείψει προσωρινά από το τραπέζι. Δεν έδωσα καμιά σημασία σε αυτό το γεγονός αλλά όταν επέστρεψε ήταν φανερό πως είχε πλαντάξει στο κλάμα. Τη ρώτησα επανειλημμένα τι συμβαίνει αλλά ήταν κάθετη σε αυτό: Δεν θα μάθαινα ποτέ. Κι όμως, ακόμη και σήμερα, σχεδόν εννέα χρόνια αργότερα, ξαναφέρνω τη σκηνή στη μνήμη μου. Είμαι βέβαιος ότι αυτό το γεγονός έκρινε εκείνη την ώρα την απόφασή της να μείνουμε μαζί. Πιστεύω ακράδαντα πως «λύγισε» από κάποια αδιευκρίνιστη πίεση: Η Ελβίρα μπορεί να μην είχε χωρίσει ακόμη ή να πίστευε πως είμαι καλό παιδί αλλά δεν έχω τους οικονομικούς πόρους για να τη συντηρήσω. Το κλειδί του δυσεπίλυτου γρίφου κρυβόταν σ’ αυτό το ατελείωτο κλάμα της υποψήφιας συντρόφου μου. Η αλήθεια είναι πως εκτός από ένα καλό δώρο και ένα γεύμα σε ακριβό εστιατόριο δεν συνέβη τίποτα άλλο μεταξύ μας. Κάποια ανύποπτη στιγμή την πήρα τηλέφωνο και μου φάνηκε βιαστική και απότομη. Νομίζω πως είχε αποφασίσει οριστικά πλέον ότι δεν θα κάναμε οι δυο μας δεσμό. Η μη επιμονή μου στο όνειρο «Ελβίρα» θεωρώ πως είναι από τα σοβαρότερα λάθη που έχω κάνει στη ζωή μου…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ