Η επαναστατική φλόγα που είχε ανάψει στο Μοριά, απλώθηκε γρήγορα και στη Ρούμελη. Στις 27 Μαρτίου ο Διάκος με άλλους μικρότερους οπλαρχηγούς στη Λειβαδιά και ο Δυοβουνιώτης με τον Πανουριά, τον Τράκα και τον Γκούρα στην Αμφισσα, σήκωσαν την επαναστατική σημαία και έδιωξαν τους Τούρκους από τα κάστρα.

Κατόπιν, ο Γκούρας έμεινε στην Αμφισσα, ο δε Τράκας πήρε διακόσια παλικάρια και τράβηξε για τη Βοϊδονίτσα, που την πολιορκούσαν ο Διάκος με τον Δυοβουνιώτη. Αφού έφτασε και ο Τράκας εκεί, άφησαν ένα μικρό σώμα για να κρατά κλεισμένους του Τούρκους και οι υπόλοιποι τράβηξαν για τη Λαμία. Οταν έφτασαν στη γέφυρα της Αλαμάνας έστειλαν τον Τράκα να εξερευνήσει και εκείνοι στρατοπέδευσαν στους Καμποτάδες, όπου στο μεταξύ είχε φτάσει και ο Πανουριάς. Καθώς όμως ο Τράκας περνούσε από τα Καλύβια του Κόγκα, χτυπήθηκα από τον τουρκικό στρατό και αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς τα δυτικά . Στο Μπέκι, ένα χωριό μισή ώρα από τη Λαμία, σταμάτησε και οχυρώθηκε στον περίβολο της εκκλησίας, αποφασισμένος να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, οι οποίοι σε λίγο τον κύκλωσαν.

Οι άλλοι οπλαρχηγοί, βλέποντας τη δύσκολη θέση του Τράκα, σοφίστηκαν το παρακάτω στρατήγημα, για να αναγκάσουν τους Τούρκους να λύσουν την πολιορκία. Συγκέντρωσαν όλους τους χωρικούς που είχαν άλογα ή μουλάρια, τους έβαλαν να τα καβαλήσουν και τους είπαν να τρέξουν καλπάζοντας προς τη Λαμία. Καθώς τους είδαν οι Τούρκοι, νόμισαν ότι ήταν ελληνικό ιππικό, που έτρεχε να καταλάβει την πόλη, η οποία είχε μείνει αφρούρητη. Παράτησαν λοιπόν την πολιορκία του Τράκα και έτρεξαν προς τα  εκεί για να προλάβουν. Τότε οι πολιορκημένοι πήδηξαν από τα ταμπούρια τους, τους κυνήγησαν και τους προξένησαν σημαντικές ζημιές.

Στο μεταξύ όμως, οι Ελληνες οπλαρχηγοί πληροφορήθηκαν ότι κατεβαίνουν μεγάλες τουρκικές δυνάμεις με τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά και τον Ομέρ Βρυώνη και ότι η πρωτοπορία τους έφτασε κιόλας στην Ορθρυ. Εστειλαν τότε πάλι τον Κομνά Τράκα που γνώριζε την περιοχή, να ψάξει και να τους κατατοπίσει για τις θέσεις και τη δύναμη του εχθρού. Στις 16 Απριλίου ο Τράκας συναντήθηκε με τον τουρκικό στρατό στο Χελμό και κοντά στη διάβαση Δερβέν – Φούρκα έδωσε μάχη με τις προφυλακές του, στην οποία σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι και δεκαέξι από τα παλικάρια του.

Υστερα από την αντίσταση αυτή οι τουρκικές προφυλακές αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να οχυρωθούν στον περίβολο της εκκλησίας, όπου οι Ελληνες οπλαρχηγοί τους έζωσαν στενά απ’ όλες τις πλευρές. Ομως, όταν  άρχισε να νυχτώνει, φάνηκε ο κύριος όγκος του τουρκικού στρατού με τα Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ και τότε αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να ξαναγυρίσουν στους Κομποτάδες.

Στις 18 Απριλίου, τρεις χιλιάδες παλικάρια με τον Πανουριά, τον Δυοβουνιώτη, τον Τράκα, το Κοντογιάννη και τον Σιαφάκα πολιόρκησαν την Υπάτη. Αλλά την ίδια νύχτα υποχρεώθηκαν να ξαναγυρίσουν στους Κομποτάδες, γιατί πληροφορήθηκαν ότι ο Ομέρ Βρυώνης είχε φτάσει στο Λιανοκλάδι και κινδύνευαν να χτυπηθούν από τα νώτα.

Υστερα από δυο μέρες οι Ελληνες οπλαρχηγοί συγκάλεσαν πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο αποφάσισαν να πιάσουν το στενό των Θερμοπυλών για να δυσκολέψουν το πέρασμα του τουρκικού στρατού στη Νότια Ελλάδα. Ο Δυοβουνιώτης πρότεινε να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τις εχθρικές δυνάμεις, αλλά υπερίσχυσε η γνώμη του Διάκου, που υποστήριξε πως το πιο σωστό ήταν να χωριστούν για να πιάσουν και τις τρεις διαβάσεις, απ’ όπου θα μπορούσε να περάσει ο τουρκικός στρατός.

Αποφασίστηκε λοιπόν να καταλάβει ο Πανουριάς με τον Τράκα και τον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαϊα , τη διάβαση από την οποία ο Εφιάλτης οδήγησε τους Πέρσες κατά τη μάχη των Θερμοπυλών, ο Διάκος τη γέφυρα της Αλαμάνας, ενώ ο Δυοβουνιώτης τοποθετούσε τα παλικάρια του στη γέφυρα του Γοργοποτάμου και στα γύρω υψώματα.

Μόλις είχε τελειώσει η τοποθέτηση των ελληνικών σωμάτων στις νέες τους θέσεις, φάνηκε ο Ομέρ Βρυώνης, ο οποίος βρισκόταν στο Λιανοκλάδι. Ταυτόχρονα ξεκινούσε από τα Λαμία και ο Κιοσέ Μεχμέτ πασάς. Με την πρώτη επίθεση των εχθρικών δυνάμεων ο Δυοβουνιώτης κατάλαβε ότι δεν θα κατόρθωνε να τις αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. με τα 400 παλικάρια του. Εκρινε λοιπόν φρόνιμο να αποτραβηχτεί στις πλαγιές του βουνού και να πιάσει την ορεινή θέση Δέμα, για να είναι ασφαλισμένος από επίθεση του ιππικού.

Μετά την υποχώρηση του Δυοβουνιώτη, οι τουρκικές δυνάμεις στράφηκαν προς το Μουσταφάμπεη, όπου βρισκόταν ο Κομνάς Τράκας, οχυρωμένος στα σπίτια του χωριού. Ακολούθησε αποφασιστική επίθεση των Τούρκων, οι οποίοι όμως καθηλώθηκαν από τα παλικάρια του Τράκα. Τότε ο Ομέρ Βρυώνης, βλέποντας ότι δεν θα μπορούσε να καταλάβει το Μουσταφάμπεη, άφησε εκεί ένα μικρό απόσπασμα για να απασχολεί τον Τράκα και ο ίδιος πήρε τον υπόλοιπο στρατό, με τον οποίο στράφηκε προς τη Χαλκωμάτα και τη γέφυρα της Αλαμάνας.

Πριν φτάσει εκεί χώρισε το στρατό του σε τρία μέρη, από τα οποία το πρώτο χτύπησε τη Χαλκωμάτα, που την υποστήριζε ο Πανουριάς με εξακόσια παλικάρια, το δεύτερο στράφηκε κατά του Διάκου, που είχε πιάσει το γεφύρι της Αλαμάνας με πεντακόσιους δικούς του, ενώ το τρίτο  τοποθετήθηκε σε επίκαιρες θέσεις, για να καταδιώξει τους Ελληνες, όταν, όπως υπολόγιζε, θα τους ανάγκαζε να υποχωρήσουν.

(Συνεχίζεται…)