Ο Πανουριάς που δέχτηκε πρώτος την τουρκική επίθεση, την αντιμετώπισε με καρτερία και γενναιότητα. Πολεμούσε όρθιος στην πρώτη γραμμή, προσπαθώντας να ανακόψει την ορμή του εχθρού. Σε λίγο όμως έπεσε λαβωμένος σοβαρά και οι σύντροφοί του τον τράβηξαν προς τα πίσω.

Ο τραυματισμός του Πανουριά είχε μεγάλη επίδραση στο ηθικό των παλικαριών του, τα οποία άρχισαν να υποχωρούν, ενώ ο εχθρός συνέχιζε τις επιθέσεις του. Σε λίγο η υποχώρηση έπαιρνε μορφή άτακτης φυγής και, τελικά οι Ελληνες παράτησαν τη Χαλκωμάτα και υποχώρησαν προς τα ορεινά, για να ξεφύγουν από την καταδίωξη του ιππικού. Και η υποχώρηση όμως αυτή γινόταν δύσκολα, γιατί τα παλικάρια κουβαλούσαν σε πρόχειρο φορείο τον πληγωμένο αρχηγό  τους.

Εξάλλου, ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαϊας, ηλικιωμένος, σωματώδης και ασυνήθιστος στις πολεμικές περιπέτειες , δυσκολευόταν να παρακολουθήσει την υποχώρηση. Για ένα διάστημα μεταφέρθηκε στους ώμους ενός στιβαρού παλικαριού. Καθώς όμως οι Τούρκοι ζύγωναν και ο ηρωικός δεσπότης έβλεπε ότι η προσπάθεια του παλικαριού θα κατέληγε στο χαμό και των δύο, κατέβηκε από τους ώμους του και του είπε: «Αφησέ με εμένα, παιδί μου, και προσπάθησε να σωθείς εσύ που είσαι νέος και χρήσιμος στην πατρίδα».

Τότε το παλικάρι ασπάστηκε το χέρι του Ησαϊα και έτρεξε να ξεμακρύνει από τους Τούρκους, ενώ στα αφτιά του έφτασε η προσευχή του δεσπότη: «Παναγία μου, βοήθησε τουλάχιστο να σωθεί η πατρίδα…» Δεν πρόφτασε να τελειώσει τη φράση του. Ενας Τούρκος τον ζύγωσε κραδαίνοντας το γιαταγάνι του και σε λίγο η σεβάσμια κεφαλή του έπεφτε αιματοκυλισμένη στο χώμα.

Σ’ αυτή τη μάχη, το σώμα του Πανουριά είχε σημαντικές απώλειες σε νεκρούς και λαβωμένους. Εκτός από τον Ησαϊα , σκοτώθηκε και ο αδελφός του, ο ιερομόναχος Παπαγιάννης καθώς και ένας ανεψιός του.

Υστερα από την εξουδετέρωση του Πανουριά, ο Ομέρ Βρυώνης έριξε όλες του τις δυνάμεις εναντίον του Διάκου, οποίος φύλαγε το γεφύρι της Αλαμάνας. Στο μεταξύ άρχισαν να φτάνουν και οι δυνάμεις του Κιοσέ-Μεχμέτ πασά.

Ενωμένος πλέον όλος ο όγκος του τουρκικού στρατού και απαλλαγμένος από κάθε αντίσταση, ρίχτηκε εναντίον των πεντακοσίων αντρών του Διάκου. Απ’ αυτούς διακόσιοι με τον υπαρχηγό του Καλύβα βρίσκονταν στη γέφυρα, ενώ ο Διάκος με τους υπόλοιπους , είχε πιάσει θέση στα Ποριά, απ’ όπου με απανωτές επιθέσεις, προσπαθούσε να απασχολεί τις εχθρικές δυνάμεις, για να ανακουφίζει τους πολεμιστές της γέφυρας.

Η πίεση όμως του τουρκικού στρατού ήταν τεράστια και η αριθμητική τους υπεροχή τόσο συντριπτική, ώστε να μη δίνει στο Διάκο καμιά ελπίδα ότι θα μπορούσε να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Εξάλλου δεν περίμενε βοήθεια από πουθενά, γιατί ο Δυοβουνιώτης είχε αποτραβηχτεί στις βουνοπλαγιές και το σώμα του Πανουριά είχε σχεδόν διαλυθεί. Τότε οι σύντροφοί του τον συμβούλεψαν να υποχωρήσει , γιατί είχε γίνει πλέον φανερό ότι η συνέχιση του αγώνα μ’ αυτές τις συνθήκες θα κατέληγε στην καταστροφή όλων.

Ο Διάκος όμως με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να αφήσει τη θέση του. Μάταια ο αδελφός του και ο στενός φίλος του Βασίλης Μπούσγος τον παρακαλούσαν να φυλάξει τη ζωή του, που ήταν πολύτιμη για τον αγώνα. Του έφεραν τη φοράδα του, την ονομαστή Αστέρω, και τον παρακαλούσαν να καβαλήσει και να φύγει. Εκείνος όμως έμεινε αμετάπειστος. Γνώριζε ότι στην ίδια θέση είχε πέσει ο Λεωνίδας και η φωνή του ηρωικού βασιλιά της Σπάρτης τον καλούσε από τα βάθη των αιώνων. Γύρισε λοιπόν στον Μπούσγο και στον αδελφό του και τους το ξέκοψε οριστικά: «Ο Διάκος δε φεύγει από δω».

Γύρω του ο κύκλος των εχθρών στένευε ολοένα, ενώ οι τάξεις των πολεμιστών του αραίωναν. Τώρα του είχαν μείνει μόνο εκατό παλικάρια, που τα καριοφίλια τους , αναψοκοκκινισμένα από την αδιάκοπη χρήση, τους έκαιγαν τα χέρια. Τα πέταξαν λοιπόν και όρμησαν στις εχθρικές γραμμές με τα γιαταγάνια και τα μαχαίρια. Κι ο Διάκος, όρθιος μέσα στο φριχτό τούτο μακελειό, εξακολουθούσε να χτυπιέται με τους εχθρούς, που τον είχαν ζώσει απ’ όλες τις πλευρές. Σε μια στιγμή είδε δίπλα του τον αδελφό του Μήτρο να πέφτει νεκρός. Σπάραξε η ψυχή του, μα δεν ήταν καιρός για δάκρυα και θρήνους. Εσφιξε την καρδιά του, ταμπουρώθηκε πίσω από το σώμα του αδελφού του και εξακολούθησε να χτυπάει αδιάκοπα. Τώρα τα καριοφίλια είχαν αχρηστευτεί ολότελα. Ο αγώνας δεν ήταν πλέον μάχη, αλλά φρικιαστικές μονομαχίες με μαχαίρια και πιστόλες, ανάμεσα στους Ελληνες και τους φημισμένους για την παλικαριά τους Τουρκαλβανούς.

Ο Διάκος είναι κιόλας βαριά λαβωμένος. Ενας Αρβανίτης τον έχει χτυπήσει με την πιστόλα του στον ώμο και του έχει αχρηστέψει το δεξί χέρι. Εκείνος όμως παίρνει το σπαθί, σπασμένο κι  αυτό, με το αριστερό χέρι και συνεχίζει τον απελπισμένο αγώνα. Τελικά, οι Τουρκαλβανοί που τον έχουν κυκλώσει, χυμούν  κατ’ επάνω του. Τώρα, δεν έχει πλέον δύναμη να αντισταθεί. Είναι εντελώς εξαντλημένος από τον αδιάκοπο αγώνα και από το αίμα που άφθονο τρέχει από τις πληγές του. Του δένουν πόδια και χέρια, τον φορτώνουν σε ένα μουλάρι και τον φέρνουν στους πασάδες.

(Συνεχίζεται…)