Οταν βλέπουν  τον βαριά λαβωμένο Διάκο, οι πασάδες με δέος και θαυμασμό τού προτείνουν να αλλαξοπιστήσει και να μείνει στη δούλεψή τους. Του τάζουν μεγάλες θέσεις, πλούτη και τιμές. Εκείνος αρνιέται με αγανάκτηση και αηδία. Τον φοβερίζουν ότι θα τον σκοτώσουν. Εκείνος όμως τους απαντάει: «Εχει πολλούς Διάκους η Ελλάδα για να εκδικηθούν το θάνατό μου». Τότε, στις 24 Απριλίου, τον μεταφέρουν στη Λαμία και τον σκοτώνουν με τρομερά μαρτύρια. Αυτό ήταν το τέλος του ωραιότερου ήρωα του ιερού αγώνα. Ενα τέλος άφταστου ηρωισμού και εθνικού μεγαλείου.

Αλλά οι Ελληνες, μ’ όλο που δεν κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν την κάθοδο των Τούρκων, δεν τρομοκρατήθηκαν. Συγκέντρωσαν στη Γραβιά όσα παλικάρια τους απόμειναν, αποφασισμένοι να χτυπηθούν ακόμα μια φορά με τους Τούρκους και να τους κόψουν το πέρασμα.

Συγκρότησαν λοιπόν πολεμικό συμβούλιο στο οποίο αποφάσισαν να πιάσει ο Πανουριάς με τον Δυοβουνιώτη τις βορειοανατολικές πλαγιές της Γκιώνας, ο δε Οδυσσέας Ανδρούτσος με εκατόν είκοσι παλικάρια  να κλειστεί σ’ ένα μικρό χάνι (το ιστορικό χάνι της Γραβιάς) που βρισκόταν επάνω στο δρόμο, και να χτυπήσει εκεί τους Τούρκους. Μαζί με τον Ανδρούτσο κλείστηκαν στο Χάνι ο Γκούρας, ο Τράκας, ο Καπλάνης και άλλοι μικρότεροι οπλαρχηγοί.

Μόλις είχαν προλάβει να ταχτοποιηθούν στις θέσεις τους, όταν φάνηκε το ιππικό του Ομέρ Βρυώνη και χτύπησε πρώτα τον Πανουριά και τον Δυοβουνιώτη, που ύστερα από μικρή αντίσταση, αποτραβήχτηκαν στις ψηλότερες πλαγιές. Τώρα, έμειναν πλέον οι κλεισμένοι  στο χάνι, που δέχτηκαν όλο το βάρος της τουρκικής επίθεσης.

Ολόκληρη τη μέρα στις 6 Μαϊου, τα λίγα παλικάρια του Ανδρούτσου απέκρουσαν με γενναιότητα τις απανωτές εφόδους των Τούρκων και τους ανάγκαζαν να υποχωρούν με σημαντικές απώλειες. Μάταια ο Ομέρ Βρυώνης υποσχόταν μεγάλες αμοιβές σε κείνους που πρώτοι θα πηδούσαν στο χάνι. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, αγανακτισμένος από τις αλλεπάλληλες αποτυχίες του στρατού του και αποφασισμένος να καταβάλει οπωσδήποτε την αντίσταση των λίγων υπερασπιστών του μικρού αυτού κτηρίου, άρπαξε ένα τσεκούρι και ετοιμάστηκε να τρέξει ο ίδιος προς την είσοδο. Συγκρατήθηκε όμως από έναν νεαρό μπέη, ανεψιό του, που του υποσχέθηκε πως θα πατήσει το χάνι. Αμέσως, ο νεαρός μπέης μπήκε επί κεφαλής ενός μικρού σώματος από διαλεγμένους Τουρκαλβανούς και έτρεξε προς το χάνι με άγρα ξεφωνητά για να τρομοκρατήσει τους πολιορκημένους Ελληνες. Σε λίγο όμως έπεφτε νεκρός, καθώς και οι περισσότεροι από τους συμπολεμιστές του, ενώ οι λίγοι που σώθηκαν ξαναγύριζαν στον πασά καταντροπιασμένοι.

Ετσι, ο τουρκικός στρατός, που ξεπερνούσε τις εννέα χιλιάδες, δεν κατόρθωσε να εξουδετερώσει τα εκατόν είκοσι παλικάρια του Ανδρούτσου. Πολλές φορές οι Τούρκοι έφταναν μέχρι τα τείχη και πυροβολούσαν τους Ελληνες από τις πολεμότρυπες, Τελικά όμως αναγκάζονταν να ξαναγυρίσουν στις θέσεις τους αποδεκατισμένοι. Ετσι πέρασε ολόκληρη η μέρα, χωρίς να κατορθώσουν να πατήσουν το μικρό χάνι, γύρω από το οποίο είχε σχηματιστεί πυκνό στρώμα από τουρκικά κορμιά.

Βλέποντας ο Ομέρ Βρυώνης ότι δεν κατορθώνει να καταλάβει το χάνι με τις επιθέσεις των πεζών και του ιππικού, έστειλε στη Λαμία για να φέρει κανόνια, στα πυρά των οποίων δεν ήταν δυνατό να αντέξουν οι πλίθες με τις οποίες ήταν χτισμένοι οι τοίχοι του. Οι Ελληνες όμως το υποπτεύθηκαν και λίγες ώρες πριν ξημερώσει, πήδηξαν ξαφνικά ανάμεσα στις γραμμές των πολιορκητών, οι οποίοι κοιμούνταν αμέριμνοι. Οι Τούρκοι ξύπνησαν αιφνιδιασμένοι και σαστισμένοι άρχισαν να πυροβολούν τους Ελληνες. Εκείνοι όμως κατόρθωσαν να ξεφύγουν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, με απώλειες μόνο τέσσερις νεκρούς και δύο πληγωμένους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Κομνάς Τράκας. Αφού οι Ελληνες ξεμάκρυναν από τους διώκτες τους, τράβηξαν προς το Χλωμό και ενώθηκαν με τα παλικάρια του Πανουριά και του Δυοβουνιώτη, ενώ οι Τούρκοι, αποσβολωμένοι από την αποφασιστικότητά τους, έμειναν στη Γραβιά δυο ολόκληρες εβδομάδες αναποφάσιστοι και δεν τολμούσαν να προχωρήσουν προς την Αμφισσα. Τελικά, ο Κιοσέ-Μεχμέτ πασάς , οπισθοχωρώντας έφτασε στη Μεδενίτσα και ο Βρυώνης, που σαν Αλβανός ήταν τολμηρότερος, έμεινε στη Γραβιά, όπου περιορίστηκε να κάνει επιδρομές, κατά τις οποίες λεηλατούσε τα χωριά και τρομοκρατούσε τους κατοίκους. Αλλά και στην προσπάθειά του αυτή, πολύ μικρές επιτυχίες σημείωσε, γιατί ο Ανδρούτσος είχε στείλει εκεί τον Τράκα και τον Γκούρα, οι οποίοι χτυπούσαν αιφνιδιαστικά τους Τουρκαλβανούς του Ομέρ Βρυώνη και τους ανάγκαζαν να ξαναγυρίζουν στη Γραβιά.

Οι αψιμαχίες αυτές ανάμεσα στους Τούρκους και τους Ελληνες κράτησαν μέχρι τα μέσα του Αυγούστου, οπότε οι τελευταίοι πληροφορήθηκαν ότι έρχεται από τη Μακεδονία ο Μπεϋράν πασάς με ισχυρές δυνάμεις και σκοπό να κατεβεί στο Μοριά, για να ενισχύσει τους πολιορκημένους Τούρκους της Τριπολιτσάς.

Τότε ο Δυοβουνιώτης, ο Τράκας, ο Γκούρας, ο Πανουριάς, ο Παπαντρέας, ο Γεράντωνος  και άλλοι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί συγκάλεσαν πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο αποφάσισαν να πιάσουν τη στενή  και δύσβατη δίοδο της Φουντάνας και εκεί  να χτυπήσουν τον Μπεϋράν πασά, για να του δυσκολέψουν το πέρασμα στη Βοιωτία. Με τη γνώμη αυτή συμφώνησαν όλοι οι οπλαρχηγοί, επειδή μόνο σε τόπο στενό και κακοτράχαλο μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις συντριπτικά ισχυρότερες εχθρικές δυνάμεις.

(Συνεχίζεται…)