Στην απόφαση αυτή όμως αντιτάχθηκε ο Γιάννης Δυοβουνιώτης, που ως παλιός και έμπειρος οπλαρχηγός, έκρινε ότι ένας τόσο ισχυρός και πολυάριθμος στρατός, όπως αυτός του Μπεϋράν πασά, που τον ακολουθούσαν χιλιάδες αμάξια φορτωμένα με τις αποσκευές και τα πολεμικά εφόδια, δεν ήταν δυνατόν να ακολουθήσει το στενό της Φουντάνας και για λόγους γοήτρου αλλά κυρίως γιατί θα δυσκολευόταν πολύ το πέρασμα των τροχοφόρων και του πυροβολικού. Υποστήριξε λοιπόν ο Δυοβουνιώτης ότι ο τουρκικός στρατός θα ακολουθούσε τη διάβαση των Βασιλικών και ότι σ’ αυτήν έπρεπε να πιάσουν θέσεις και να τον χτυπήσουν. Τελικά ακολούθησαν την υπόδειξη του Δυοβουνιώτη, γιατί όλοι σέβονταν την ηλικία και την πολεμική του πείρα. Αποφασίστηκε λοιπόν να σταλεί ο Παπαντρέας με μικρή δύναμη στη Φουντάνα και ο υπόλοιπος στρατός των Ελλήνων να πιάσει επίκαιρες θέσεις γύρω από τη διάβαση των Βασιλικών. Ετσι ο Δυοβουνιώτης με τον Τράκα τοποθετήθηκαν στα υψώματα που βρίσκονταν πάνω, από την αριστερή πλευρά του δρόμου. Τη δεξιά πλευρά έπιασε ο Γκούρας με τον Παπανδρέα, ενώ ο Γεράντωνος με τον Καλύβα , που οδηγούσε όσα παλικάρια είχαν απομείνει από το σώμα του Διάκου, έπιασαν την έξοδο του στενού.

Στις 22 Αυγούστου ξεκίνησε από τη Λαμία ο Μπεϋράν πασάς και σταμάτησε στον Πλατανιά, σε απόσταση μιας ώρας σχεδόν από τα Βασιλικά. Από κει έστειλε 200 καβαλάρηδες, για να εξετάσουν τον τόπο και να τον πληροφορήσουν για τις θέσεις των Ελλήνων. Το απόσπασμα όμως , δεν κατόρθωσε να διακρίνει τα παλικάρια του Δυοβουνιώτη, που βρίσκονταν κρυμμένα στην παρυφή  του δάσους και εξακολούθησε να προχωρεί ανυποψίαστο. Ετσι σε λίγο περνούσε από τις θέσεις του Καλύβα, ο οποίος χτύπησε τους Τούρκους καβαλάρηδες. Σε λίγο έφτασαν ο Πανουριάς από τα δεξιά και ο Δυοβουνιώτης από τα αριστερά, έβαλαν στη μέση την τουρκική περίπολο, τη χτύπησαν δυνατά απ’ όλα τα μέρη και την ανάγκασαν να υποχωρήσει άτακτα, εγκαταλείποντας σαράντα νεκρούς και αρκετούς πληγωμένους.

Υστερα από το περιστατικό αυτό, ο Μπεϋράν πασάς κατάλαβε ότι δεν θα κατάφερνε να περάσει από τα Βασιλικά, αν πρώτα δεν εξουδετέρωνε τα ελληνικά σώματα. Γι αυτό στις 25 Αυγούστου, άφησε τα μεταγωγικά του στην Πλατανιά και ο ίδιος με ολόκληρη τη δύναμη του στρατού του κινήθηκε προς τα εμπρός, αποφασισμένος να χτυπηθεί με τους Ελληνες.

Μπαίνοντας στην κοιλάδα έψαλε δέηση στον Αλλάχ. Κατόπιν, αφού έριξε πυκνές ομοβροντίες με ντουφέκια και κανόνια για να τρομοκρατήσει τους Ελληνες, άρχισε να προχωρεί προς το στενό. Επικεφαλής της τεράστιας φάλαγγας του στρατού του είχε τοποθετήσει το πυροβολικό που το ακολουθούσε το πεζικό και οι καβαλάρηδες. Την πρώτη επίθεση από τέσσερις χιλιάδες Τούρκους τη δέχτηκε η δεξιά πλευρά των Ελλήνων, που τη διοικούσα ο Καλύβας, ο υπαρχηγός του Ηρωα της Αλαμάνας. Ακολούθησε μάχη σκληρή και πεισματική, στην οποία πήραν μέρος και τα παλικάρια του Γκούρα, που καθώς αντιλήφθηκε την τουρκική επίθεση, έτρεξε αμέσως στην έξοδο του στενού για να βοηθήσει τον Καλύβα. Η ορμή του τουρκικού στρατού και η ασύγκριτη υπεροχή του, υποχρέωσαν τον Καλύβα να οπισθοχωρήσει στις πλαγιές του βουνού, ενώ ο Γκούρας έπιανε μια ράχη δεξιά από το στενό των Βασιλικών.

Υστερα από την υποχώρηση αυτή οι Τούρκοι πίστεψαν ότι τα ελληνικά σώματα διαλύθηκαν οριστικά. Σε λίγο όμως ξαναγύρισε ο Γκούρας και, ενισχυμένος από άλλους οπλαρχηγούς, ταμπουρώθηκε πίσω από μια παλιά εκκλησία και τους χτύπησε. Η μάχη ξανάρχισε τώρα με μεγαλύτερο πείσμα. Ο αγώνας ήταν άνισος, αλλά η παλικαριά των Ελλήνων και η αποφασιστικότητα του Γκούρα κράτησε την αντίσταση, μέχρι που, οδηγημένοι από τους κρότους των κανονιών, έφτασαν από τη Λειβαδιά ο Μπούσγος, ο Τριανταφυλλίνας και ο Λάππας, και ρίχτηκαν ακάθεκτοι στον αγώνα. Σε λίγο έφτασε ο Παπαντρέας από τη Φοντάνα και επιτέθηκε στις οπισθοφυλακές του τουρκικού στρατού.

Ο Μπεϋράν πασάς, βλέποντας την ακλόνητη δύναμη των Ελλήνων, συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις σε επίθεση κατά του Γκούρα, ελπίζοντας πως εάν κατόρθωνε να εξουδετερώσει το σκληρό αυτόν αντίπαλο, θα έσπαζε το ηθικό των άλλων σωμάτων. Η μάχη άναψε πάλι δριμύτερη και βρισκόταν στο κρισιμότερο σημείο της, όταν από τις ελληνικές γραμμές δυνατή ακούστηκε η φωνή: «Κουράγιο, παιδιά. Φτάνει ο Οδυσσέας».

Και δεν ερχόταν στ’ αλήθεια ο Ανδρούτσος, που βρισκόταν μακριά και δεν πήρε μέρος στη μάχη. Ωστόσο οι φωνές εκείνες έδωσαν θάρρος στους Ελληνες και έσπασαν το ηθικό των Τούρκων. Το όνομα του Οδυσσέα προκαλούσε στους Τούρκους της Ρούμελης τόσον τρόμο, όσο και του Κολοκοτρώνη στους Τούρκους του Μοριά. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο Γκούρας άφησε τους άλλους οπλαρχηγούς να χτυπιούνται με τους Τούρκους και ο ίδιος, με επιδέξιο ελιγμό, βρέθηκε στα νώτα τους. Τώρα οι Ελληνες είχαν ζώσει τον εχθρό απ’ όλες τις πλευρές και ο αμυντικός τους αγώνας σε λίγο εξελίχθηκε σε επίθεση. Τα ελληνικά σώματα, με αναπτερωμένο το ηθικό, χτυπούσαν τον εχθρό απ’ όλα τα μέρη, μέχρι που τελικά τον υποχρέωσαν να υποχωρήσει άτακτα.

(Συνεχίζεται…)