Το τι έγινε τότε είναι δύσκολο να περιγραφεί. Οι Ελληνες οπλαρχηγοί,  επικεφαλής των παλικαριών τους ορμούσαν κατά του εχθρού κραδαίνοντας τα γιαταγάνια τους. Ο Γκούρας που ήταν επικεφαλής της μάχης, ήταν και ο πιο ορμητικός πολεμιστής. Ατρόμητος, προχώρησε μέχρι το κέντρο του τρομοκρατημένου τουρκικού στρατού και σκότωσε τον υπαρχηγό του Μπεϋράν  πασά, μολονότι το δεξί του χέρι ήτανε πρησμένο από τον αδιάκοπο χειρισμό του σπαθιού του.

Εφτακόσιοι Τούρκοι έπεσαν νεκροί στη μάχη αυτή και διακόσιοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ένας πασάς, πολλοί μπέηδες και ο γιος του Μπεϋράν. Ο ίδιος μόλις πρόλαβε να σωθεί καλπάζοντας και να φτάσει τρομοκρατημένος στην Πλατανιά. Απειρα και μεγάλης αξίας λάφυρα έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων. Εκτός από τα πολύτιμα πράγματα που βρήκαν στις αποσκευές, πήραν οχτακόσια άλογα, δεκαοχτώ σημαίες, δύο κανόνια και αμέτρητα όπλα, πολεμοφόδια και άλλα πολεμικά υλικά.

Το δράμα της καταστροφής του τουρκικού στρατού στη μάχη των Βασιλικών ολοκληρώθηκε με τον αποκεφαλισμό του Μπεϋράν, που ο σουλτάνος θεώρησε υπαίτιο της μεγάλης αυτής συμφοράς και της καταστροφής των υπολειμμάτων της στρατιάς του από την πανώλη και άλλες επιδημικές ασθένειες, που δεν άργησαν να ξεσπάσουν ανάμεσά τους.

Ο θρίαμβος των Βασιλικών, που οφείλεται κυρίως στη στρατηγική εμπειρία του Δυοβουνιώτη και τον άφθαστο ηρωισμό του Γκούρα, υπήρξε η σπουδαιότερη νίκη των Ρουμελιωτών και είχε αποφασιστική επίδραση στο ηθικό όλων των Ελλήνων. Ακόμα, έβαλε στερεές βάσεις στην επανάσταση και εξουδετέρωσε έναν επικίνδυνο αντίπαλο, που απειλούσε σοβαρά την Τριπολιτσά και που, ύστερα από ένα μήνα, έπεφτε στα χέρια του Κολοκοτρώνη και των άλλων καπεταναίων του Μοριά.

Οι υπόλοιπες περιοχές της Ρούμελης, όπως η Αιτωλία, μπήκαν πολύ αργότερα στον επαναστατικό χορό. Αυτό έγινε για πολλούς λόγους, αλλά κυρίως γιατί υπήρχαν εκεί ισχυρές τουρκικές δυνάμεις και γιατί βρίσκονταν κοντά στο δρόμο για τα Γιάννενα, όπου ήταν συγκεντρωμένος πολυάριθμος τουρκικός στρατός, που είχε σταλεί από το σουλτάνο εναντίον του αποστάτη Αλή πασά.

Οι πρώτες εχθροπραξίες στις περιοχές αυτές άρχισαν από το Μεσολόγγι, όπου ύστερα από μερικές αψιμαχίες η τουρκική φρουρά απομακρύνθηκε, καθώς και από τον Αράκυνθο, τον οποίον κατέλαβαν οι Ελληνες.

Ολες αυτές οι τουρκικές φρουρές αρχικά κατέφυγαν το Αγρίνιο. Αλλά και εκεί έμειναν πολύ λίγο. Οταν έφτασαν οι ειδήσεις για τις πρώτες επιτυχίες των ελληνικών σωμάτων στο Μοριά, οι οπλαρχηγοί του Μεσολογγίου και των άλλων περιοχών επιτέθηκαν  στους Τούρκους του Αγρινίου. Εκείνοι, ύστερα από μικρή αντίσταση, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ακολούθησαν μερικές ακόμη συμπλοκές στις άλλες περιοχές της Ρούμελης, όπως στο Πέτα, το Μακρυνόρος κ.ά., στις οποίες υπερίσχυσαν οι Ελληνες.

Ετσι φούντωσε η επαναστατική φλόγα, που σιγά-σιγά απλώθηκε σ’ ολόκληρη τη Ρούμελη. Και εδώ, όπως και στο Μοριά, μέχρι το τέλος του 1821, η ύπαιθρος είχε πέσει στα χέρια των επαναστατημένων Ελλήνων, ενώ οι Τούρκοι, τρομοκρατημένοι, έτρεξαν να κλειστούν στα κάστρα της Αθήνας, της Ναυπάκτου, της Βόνιτσας και της Λαμίας.