Μπαίνοντας το απόβραδο στο γνωστό μαγαζί της πλατείας-συντροφιά πάντοτε με τον Νικόλα-κάτι δεν μου πήγαινε καλά: Η αρνητική ενέργεια ήταν τόσο πηχτή που θα μπορούσες να την κόψεις. Θυμίζω πως είχα ένα περίεργο ραντεβού με την εξωτική Γιάννα, η οποία όμως παράλληλα δούλευε στην υποδοχή του καταστήματος. Ο ελάχιστος κόσμος που προτιμούσε να διασκεδάσει εκεί την Πέμπτη το βράδυ ανάγκασε τη γυναίκα των ονείρων μου να βρίσκεται όχι έξω αλλά μέσα στο μαγαζί. Μόνο που εμείς δεν τη… βλέπαμε! Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, πασίγνωστος κουτσομπόλης αλλά και ολίγον… ρουφιάνος μαζί με τον σωματώδη μετρ μάς έκρυβαν τη Γιάννα σαν να ήταν σωματοφύλακές της! Ηταν τόσο φανερή η διάθεσή τους να μπλοκάρουν τα σχέδιά μου που δεν απομακρύνθηκαν λεπτό. Μακάρι να μπορούσα να μεταφέρω στις οθόνες υπολογιστών και κινητών σας τη γελοία σκηνή με τη Γιάννα να κάθεται σε ένα σκαμπό και δυο άνδρες να έχουν στηθεί σας τσολιάδες μπροστά της…

Η ώρα περνούσε, η αγωνία κορυφωνόταν αλλά πλέον-τουλάχιστον για εκείνο το βράδυ-είχαμε πειστεί πως ήταν αδύνατο να την πλησιάσουμε. Οταν έφθασε η ώρα να αποχωρήσει, πέρασε βιαστικά από το τραπέζι μας είπε ένα απλό «καληνύχτα» και έφυγε. Κι εμείς; Μείναμε αποσβολωμένοι να κοιτάμε πότε το μπαρ και πότε το ταβάνι χωρίς να μπορούμε να ανταλλάξουμε λέξη. Και έπειτα τι να πούμε; Ηταν τόσο πικρή η γεύση της αποτυχίας που δεν σήκωνε τον οποιονδήποτε σχολιασμό. Και βέβαια αν η Γιάννα μού είχε ρίξει χυλόπιτα τα πράγματα θα είχαν ξεκαθαρίσει. Εδώ όμως δεν μου δόθηκε καν η ευκαιρία να πω μια κουβέντα. Πλέον είχαμε απέναντί μας ιδιοκτήτη και προσωπικό του καταστήματος. Γινόταν εύκολα αντιληπτό πως ποτέ δεν θα μας άφηναν να προσεγγίσουμε τον μεγαλεπήβολο στόχο μας. Αλλωστε, ο γάμος μου είχε τελειώσει ουσιαστικά μα όχι τυπικά, στο εν λόγω μπαράκι ήμουν «επώνυμος» και η Γιάννα ήταν μια μικρή κοπέλα που αποκλειόταν να διαχειριστεί μια τέτοια περίπλοκη κατάσταση.  Εμείς συνεχίσαμε να πηγαίνουμε στο μαγαζί, ελπίζοντας σε κάποια κίνηση, σε ένα βλέμμα, σε μια διαφορετική ματιά από την πλευρά της. Κάποιο βράδυ φαίνεται ότι η Γιάννα αποφάσισε να… σπάσει τα δεσμά της: κάθισε στη σκάλα που οδηγούσε στην τουαλέτα και στα μαγειρεία με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο και περίμενε. Δεν είχε κανέναν λόγο να βρίσκεται εκεί, παρά μονάχα αν ήθελα κάποιος να την προσεγγίσει μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Εγώ πάλι, με τη γνωστή μου, αναβλητικότητα, δεν έκανα κίνηση μεταθέτοντας τον χρόνο συζήτησής μας κάποια άλλη-απροσδιόριστη-φορά.

Μπαίνει σε εφαρμογή το plan B

Παράλληλα με όλα τα παραπάνω είχε στηθεί ένα άλλο σκηνικό αρκετά χιλιόμετρα μακριά από τη γειτονιά μου, στο Ν. Ηράκλειο. Εκεί, σε ένα απόμερο καφέ, συναντιόμαστε κάθε βράδυ η φίλη μου η τετραπέρατη Δήμητρα και ο φίλος της μαιευτήρας και κάναμε κάποιου είδους brain storming. Ανταλλάσσαμε απόψεις και τοποθετούσαμε στο τραπέζι όλα τα δεδομένα, όπως αυτά διαμορφώνονταν κάθε μέρα που πέρναγε. Και κάπως έτσι συμφωνήσαμε ότι μέσα στο μπαρ, υπό αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, ήταν αδύνατο να την πλησιάσω. Επρεπε, λοιπόν, να την απομακρύνουμε με κάποιον τρόπο μακριά από κακοήθεις και ρουφιάνους για να της μιλήσω. Και η ευκαιρία δεν άργησε να δοθεί. Μια καλή μου φίλη η Χριστίνα, το αντίστοιχο του Νικόλα στο θηλυκό, ήταν πρόεδρος της δημοτικής επιχείρησης του πολιτισμού. Σε μια προγραμματισμένη χριστουγεννιάτικη γιορτή, η Γιάννα θα υποδεχόταν τον κόσμο, παίρνοντας ένα μεροκάματο. Φυσικά, όλο το σχέδιο είχε δύο σκοπούς: να της πάρουμε το κινητό της και να την παρασύρουμε σε ένα διαφορετικό μέρος όπου με άνεση θα μπορούσα να της μιλήσω. Πράγματι, η Χριστίνα, μανούλα καημένη σ’ αυτά, την πλησίασε στο μαγαζί, της συστήθηκε, συζήτησαν και η Γιάννα συμφώνησε να δουλέψει στη γιορτή της δημοτικής επιχείρησης. Ολα είχαν λειτουργήσει στην εντέλεια. Το επίμαχο απόγευμα ετοιμαζόμουν για τη δεύτερη και καθοριστική προσπάθεια όταν χτύπησε το κινητό μου. Ηταν η Χριστίνα που απογοητευμένη μού δήλωσε ότι η Γιάννα ακύρωσε την παρουσία της εκεί, κάτι που υποψιαζόμουν ωστόσο, αφού ναι μεν το σχέδιο ήταν εμπνευσμένο αλλά αν η Γιάννα είχε αποφασίσει να το μοιραστεί με τους υπόλοιπους στο μαγαζί, το παιχνίδι είχε χαθεί…

Και κάπως έτσι ήρθαν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά χωρίς καμιά σημαντική εξέλιξη στην υπόθεση που απασχολούσε ολημερίς και ολονυχτίς το μυαλό μου. Δεν έβλεπα καμιά λύση στον ορίζοντα, ώσπου θυμήθηκα ότι η Γιάννα γιόρταζε σε μια βδομάδα κι εγώ είχα το κινητό της. Δεν θα μπορούσα να αξιοποιήσω αυτή τη συγκυρία; (συνεχίζεται)

 

Ρένος Μπαλής