Επτά Ιανουαρίου: Πληκτρολογώντας το νούμερο του κινητού της ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει δαιμονισμένα. Ηξερα πως από αυτό το τηλεφώνημα ίσως να κρινόταν οριστικά η υπόθεση της Γιάννας. Που θυμίζω πως είδα ένα μεσημέρι στην πλατεία, θαμπώθηκα, οργάνωσα ολόκληρο σχέδιο, απέτυχα, με… τορπιλίσανε, εφηύρα και νέο σχέδιο, καινούργια αποτυχία και τώρα να ‘μαι στην κουζίνα του σπιτιού μου και να την παίρνω τηλέφωνο σε νούμερο που ουδέποτε μου έδωσε και επομένως δεν μπορούσα να προβλέψω καθόλου την αντίδρασή της.

Κι ενώ το κινητό της καλούσε και η αγωνία μου έφθανε στο κατακόρυφο, θυμήθηκα τη ρουφιανιά του αφεντικού του μαγαζιού της, τις ειρωνείες του προσωπικού, τις απαράδεκτες προκλήσεις, την αύρα του ανεπιθύμητου που ένιωθα σε εκείνον τον στενάχωρο χώρο. Και πείσμωσα. «Παρακαλώ;» απάντησε η Γιάννα με τη χαρακτηριστική λίγο βραχνή αλλά πολύ θηλυκή φωνή της. «Καλημέρα, Γιάννα, και χρόνια σου πολλά. Είμαι ο Ρένος Μπαλής και σε πήρα για τις ευχές. «Σε ευχαριστώ που με θυμήθηκες». «Πώς τα περνάς;» «Καλά». «Είσαι από τη Λήμνο». «Ναι». «Από τη Μύρινα;». «Οχι, από χωριό». «Τον Μούδρο;». «Ναι». «Αληθεύουν αυτά που λένε για τον Μούδρο;» (Υπήρχε μια φήμη πως ο Θεός είχε καταραστεί το συγκεκριμένο μέρος για μια προδοσία κατά των καλόγερων της εκεί μονής.) «Αυτά τα διαδίδει η εκκλησία»…

Συζητήσαμε περί ανέμων και υδάτων. Μετά την αρχική της αμηχανία, τώρα η Γιάννα έμοιαζε πιο ανοιχτόκαρδη και κεφάτη. Τη ρώτησα αν με αντιπαθεί και μου είπε πως απλώς νιώθει άβολα. Με όλη τη δύναμη της ψυχής μου και όσο κουράγιο μού είχε απομείνει της πρότεινα να πάμε για καφέ σε κοντινό κατάστημα από κει που δούλευε τη μεθεπόμενη μέρα, Τετάρτη 9 Ιανουαρίου. Δέχθηκε. Κανονίσαμε τα της ώρας. Της ευχήθηκα ξανά και κλείσαμε το τηλέφωνο. Επεσα διαλυμένος στον καναπέ του σαλονιού από την υπερπροσπάθεια να μην κάνω κάποιο λάθος και στράβωνε η υπόθεση.

Επί δύο μέρες δεν μπορούσα να φάω και να κοιμηθώ. Ετσι συμβαίνει όταν έχεις ραντεβού με τη γυναίκα των ονείρων σου… Ο πρώτος σκόπελος ήταν να με πάρει και να ακυρώσει το ραντεβού, κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Την Τετάρτη, στις έξι το απόγευμα βρισκόμουν στο σημείο συνάντησης. Πήγα φυσικά ένα τέταρτο νωρίτερα. Κρατούσα κι ένα δωράκι. Κάτι συμβολικό. Και τα λεπτά κυλούσαν βασανιστικά. Πέρασε μισή ώρα που αργότερα έγινε μία. Ωσπου έλαβα ένα μήνυμα στο κινητό μου με αποστολέα τη Γιάννα: «Με συγχωρείς, μου έτυχε κάποια δουλειά και δεν θα μπορέσω να έρθω. Η αλήθεια είναι πως αυτή η υπόθεση είναι κάπως περίεργη. Οπως και να ‘χει θα τα πούμε σίγουρα». Ασφαλώς δεν της έτυχε καμιά δουλειά ή άλλη υποχρέωση. Δεν ήταν παρά ένας εύσχημος τρόπος για να αποφύγει το ραντεβού. Ας ξαναδούμε όμως τα δεδομένα: Κοπελίτσα 23 ετών που δεν ήθελε να χάσει τη δουλειά της, σε μαγαζί που όλες τη ζήλευαν, ένα κακότροπο και ξεδιάντροπο αφεντικό που είχε καρφώσει τα πάντα στη γυναίκα μου ήδη, εγώ υποτίθεται παντρεμένος χρόνια και «επώνυμος» στην πόλη μου. Πώς θα διαχειριζόταν ένα κορίτσι αυτή την μπερδεμένη κατάσταση; Μετά το στήσιμο που έφαγα κατέβηκα πάλι στο γνωστό καφέ στο Ν. Ηράκλειο. Εκεί με περίμεναν-όπως πάντα-η φίλη μου η Δήμητρα και ο γιατρός. Η συζήτηση περιστράφηκε μονάχα γύρω από τη Γιάννα. Θα τα παρατούσα; Οχι, δεν ήμουν έτοιμος να παραδώσω τα όπλα. Οχι πριν ακούσω την ίδια να μου ρίχνει χυλόπιτα. Αλλά θα έπρεπε να σκαρφιστώ ένα ακόμη σχέδιο…

 

Ρένος Μπαλής