Εν τω μεταξύ ο χρόνος κυλούσε: αργά, βασανιστικά, σχεδόν σαδιστικά περνούσαν οι μήνες, οι μέρες, οι ώρες… Η Γιάννα εκεί, σταθερά στη θέση της, να υποδέχεται τους πελάτες. Και ο Νικόλας κι εγώ; Αποφασίσαμε να κάνουμε… εμπάργκο στο μαγαζί των κουτσομπόληδων καλοθελητών και πλέον καθόμασταν στο διπλανό, που είχε όμως τον ίδιο ιδιοκτήτη. Ηταν θλιβερή η εικόνα να ξεροσταλιάζουμε στα 30 μέτρα από τη Γιάννα, απομονωμένοι και ανίκανοι να πράξουμε το οτιδήποτε. Αλλά και με ποια προοπτική να επιστρέψουμε στο στέκι μας; Για να λέμε ένα «γεια» στην όμορφη Λημνιά;

Θυμήθηκα το δωράκι που της είχα πάρει στη γιορτή της. Δεν μου είχε δοθεί η ευκαιρία να της το προσφέρω ακόμη. Η επιλογή να βρω την εξωτική Γιάννα εκτός καταστήματος έμοιαζε και πάλι ελκυστική. Κι έτσι, κάποιο βροχερό βράδυ του Φλεβάρη, την είχα… στήσει πίσω από το κεντρικό περίπτερο της πλατείας και την περίμενα να σχολάσει. Η Γιάννα έφυγε σχετικά νωρίς και ξεπρόβαλα μπροστά της. Της άνοιξα την ομπρέλα που είχα μαζί μου και την έφερα κάτω από την τέντα του περιπτέρου. Της έδωσα το δώρο και της πρότεινα να πάμε για ποτό στον κεντρικό πεζόδρομο. Αρνήθηκε, χωρίς να είναι θυμωμένη. Εγώ επέμενα. Την παρακάλεσα να τη γυρίσω στο σπίτι της, έστω να μπει στο αυτοκίνητό μου να συζητήσουμε. Δεν δέχθηκε. Την αποχαιρέτησα απογοητευμένος για άλλη μια φορά. Και ανυποψίαστος επέστρεψα στο σπίτι μου. Αργότερα θα μάθαινα πως όλος αυτός ο διάλογος είχε καταγραφεί από την κάμερα του περιπτέρου με κάθε… γαργαλιστική λεπτομέρεια!!! Ευτυχώς, η περιπτερού, αν και φίλη της γυναίκας μου, απέκρυψε το γεγονός και… κατέστρεψε τα πειστήρια ενοχής…

Είχαμε μπει για τα καλά στο Τριώδιο και η υπόθεση έμοιαζε από κάθε άποψη βαλτωμένη. Το δημιουργικό ενδιαφέρον μου μετατρεπόταν κάθε μέρα σε αφόρητη πλήξη. Επρεπε να επινοήσω κάτι άλλο, κάτι που (επιτέλους) θα τη συγκινούσε και θα μαλάκωνε την αγωνία μου. Στην πόλη μου η παράδοση ήθελε την Τσικνοπέμπτη και το τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς να επισκέπτονται το εμπορικό κέντρο κεφαλλονίτες κανταδόροι και να περιδιαβαίνουν τα στενά. Το ρεπερτόριο ήταν λίγο-πολύ το ίδιο. Και ξαφνικά θυμήθηκα το αγαπημένο μου τραγούδι του Ζαμπέτα «Είχα πάει τσάρκα στη Θεσσαλονίκη». Βεβαίως αναφερόταν σε Θεσσαλονικιά και ουδεμία σχέση είχε με τη Γιάννα και την καταγωγή της αλλά ποιος με εμπόδιζε να… άλλαζα τους στίχους και να το προσάρμοζα σε τοπωνύμια της Λήμνου; Δεν έχασα καιρό. Ο χάρτης του νησιού της στην οθόνη του υπολογιστή και έπειτα ήταν εύκολο η Θεσσαλονίκη να γίνει… Χορταρολίμνη και η «ωραία Σαλονικιά» να αλλάξει σε «γλυκιά Λημνιά». Και κάπως έτσι, σύμφωνα πάντοτε με το σχέδιο, οι κανταδόροι-άλλο που δεν ήθελαν-μόλις θα έφθαναν στην είσοδο του καταστήματος θα ξεκίναγαν το γνωστό τραγούδι με άλλους στίχους, τροποποιημένο, με φωτοτυπίες στα χέρια τους για να μην ξεχαστούν…

Κι αυτό το σχέδιο καταδικάστηκε σε αποτυχία: Η Γιάννα ήταν μέσα, αμφιβάλλω αν άκουσε έστω και μια νότα, απλώς χαρίσαμε σε κάποιους που… έπιασαν το νόημα μια ευχάριστη στιγμή και απομακρυνθήκαμε. Πριν φύγω από την πλατεία, η κλόουν που μας συνόδευε της παρέδωσε κατ’ εντολή μου ένα ακόμη δώρο. Αρχισε να με κυριεύει η απόγνωση. Τα πράγματα οδηγούνταν νομοτελειακά σε πλήρες αδιέξοδο…

 

Ρένος Μπαλής