Αφού παρήλθαν και οι Απόκριες, το ταλαιπωρημένο μυαλό μου κόντευε να στερέψει από ιδέες. Είχα καταθέσει και την ψυχή μου ακόμη για τη Γιάννα, είχα καταβάλει επίπονες και επίμονες προσπάθειες χωρίς κάποιο αποτέλεσμα αλλά τα πάντα έμοιαζαν βαλτωμένα. Η εξωτική Λημνιά Γιάννα δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, το… μυστικό μου γνώριζε πλέον μια ολόκληρη πόλη: φίλοι, γνωστοί, κακεντρεχείς, κουτσομπόληδες, ενοχλητικοί, απλοί… περαστικοί κάτι είχαν ακούσει γι’ αυτή την ανεπανάληπτη υπόθεση.

Ετσι, αποφάσισα να κάνω μια τελευταία προσπάθεια αλλά ήδη θεωρούσα τις πιθανότητες επιτυχίας μηδαμινές και θα αγωνιζόμουν πια για την τιμή των όπλων. Ενα επιπλέον κίνητρο ήταν για μένα η άθλια συμπεριφορά του ιδιοκτήτη του καταστήματος και της πλειοψηφίας του προσωπικού. Ηθελα να τους αποστομώσω. Το εμπάργκο στο μαγαζί τους δεν ήταν αρκετό.

Χωρίς να με ρωτήσετε περισσότερα, ανακάλυψα τη διεύθυνση της Γιάννας κάπου στα Εξάρχεια από πρόσωπο εμπιστοσύνης και έριξα στη μάχη το τελευταίο μου όπλο: Της έγραψα δύο γράμματα στα οποία της περιέγραφα συνοπτικά όλες τις ενέργειες στις οποίες είχα προβεί για να αποσπάσω την προσοχή της και προσπάθησα με τον γραπτό λόγο να καταφέρω ό,τι δεν πέτυχα με τον προφορικό. Σκέφθηκα πειστικά επιχειρήματα, της ζήτησα εν ολίγοις έστω μια ευκαιρία. Ποτέ δεν έμαθα αν έλαβε τα γράμματα και ποια εντύπωση της δημιούργησαν. Και με αυτόν τον τρόπο θεώρησα πως κάπου εκεί τελείωσαν οι ελπίδες μου. Δίχως να πιστεύω πλέον σε τίποτα, της έγραψα ένα μήνυμα στο κινητό της μια Παρασκευή στις αρχές του Μαρτίου. Στο σύντομο μήνυμα ανέφερα απλώς πως θα της τηλεφωνήσω την επόμενη ημέρα στις επτά το απόγευμα και αν δεν το σηκώσει ή είναι κλειστό θα καταλάβω. Πράγματι το Σάββατο την πήρα τηλέφωνο και δεν μου απάντησε, δοκίμασα και δεύτερη φορά και ο αριθμός δεν ήταν διαθέσιμος. Τόσο άδοξο τέλος σε μια περιπέτεια με κοπέλα για την οποία έκανα όσα δεν είχα πράξει ποτέ στο παρελθόν για μια γυναίκα. Μια ανάμνηση τριβελίζει στο μυαλό μου. Καθισμένοι με τον Νικόλα σε μια καφετέρια στον πεζόδρομο, ο καλός μου φίλος ανέφερε την έναρξη της Φόρμουλα 1 μέσα στον Μάρτιο. Αλλά το μυαλό μου ήταν αλλού: στην εξωτική Γιάννα από τη Λήμνο. Με την πίκρα της αποτυχίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου και σκασμένος από τη στεναχώρια δεν μπορούσα να βγάλω άχνα…

Και έτσι πέρασαν 11 άγονοι μήνες. Εφθασαν πάλι οι Απόκριες και οι κεφαλλονίτες τραγουδιστές βγήκαν μαζί μου πάλι τσάρκα στο εμπορικό κέντρο. Ηταν μοιραίο να περάσουμε και από το μαγαζί που εξακολουθούσε να δουλεύει η Γιάννα. Είπα σε κάποιο γκαρσόνι να φωνάξει την άλλη κοπέλα της υποδοχής, τη Βίκυ. Αυτός με ζύγισε με τα μάτια του και μου είπε: «Ξέρω τι θέλεις. Περίμενε». Και πριν περάσουν τρία λεπτά η Γιάννα στεκόταν μπροστά μας για να ακούσει την αφιερωμένη καντάδα. Οχι αδιάφορη και ψυχρή όπως την περσινή χρονιά αλλά χαμογελαστή και γλυκιά!

Λένε πως πρέπει να μετανιώνεις όχι γι’ αυτά που έκανες αλλά αντιθέτως για εκείνα που άφησες ημιτελή. Ο… Θεός μού έδωσε μια τελευταία ευκαιρία να μιλήσω στη γυναίκα των ονείρων μου. Τότε που την πέτυχα σε καλή διάθεση. Μια ευκαιρία που έπρεπε να πιάσω από τα μαλλιά. Που δεν θα έχανα στο κάτω-κάτω της γραφής τίποτα απολύτως. Να της πρότεινα επιτέλους να βγούμε. Να της απευθύνω τον λόγο. Μια τελευταία φορά. Δεν έκανα τίποτα. Και είναι από τα πράγματα για τα οποία θα μετανιώνω για πάντα. Το γκαρσόνι μού απέδειξε με τον πιο πειστικό τρόπο πως υπήρχαν και άνθρωποι εκεί μέσα που σέβονταν τον σκληρό μου αγώνα. Αλλά εγώ είδα απλώς τη Γιάννα να μπαίνει ξανά στο μαγαζί. Και αποχώρησα…

Μακάρι να ‘βρω το κλειδί

και στην καρδιά της χώρο

να νιώσω πάλι σαν παιδί

που του χαρίζουν δώρο.

 

Ρένος Μπαλής