«Κι όταν η Γιάννα με θωρεί

το βλέμμα αλλού θα στρέψω

κοινός θνητός εγώ μπορεί

θεά για ν’ αγναντέψω;»

Αυτό το τετράστιχο ανήκει σε ένα ποίημα 16 (!) στροφών που έγραψα για τη Λημνιώτισσα Γιάννα. Κι εφόσον η μούσα ήταν έτοιμη και περίμενε, δεν χρειάστηκε παρά μονάχα μισή ώρα για να τα καταφέρω! Οι λέξεις σαν χείμαρρος ξεχύνονταν από το πληκτρολόγιο. Οι ομοιοκαταληξίες (1ος-3ος , 2ος-4ος) μου φαινόντουσαν παιχνιδάκι. Αλλά πριν φθάσουμε στο ποίημα, είχαν ήδη προηγηθεί πολλά. Καθίστε αναπαυτικά στην πολυθρόνα, το γραφείο ή τον καναπέ σας. Το ταξίδι μόλις ξεκινάει…

Είχα σχεδόν ολοκληρώσει τα ψώνια μου στην πλατεία Χαλανδρίου όταν χτύπησε το κινητό μου. Η φωνή απολύτως γνώριμη και φιλική. Ο Νικόλας. «Ρένο, έχω κάτσει στο στέκι μας. Μην αργήσεις. Κάποιο καινούργιο πρόσωπο έφερε ο Π.Σ.». Οπου Π.Σ. το αφεντικό του καφέ-μπαρ. Και δεν άργησα. Πήρα τη γνωστή θέση μου πλάι στον Νίκο και γύρισα προς τα πίσω το κεφάλι μου να τη δω. Η εικόνα που αντίκρισα θα με… στοιχειώνει για πάντα: Πού βρέθηκε στα μέρη μας αυτή η εξωτική καλλονή; Πώς εξόκειλε στα βόρεια προάστια αυτή η γοργόνα; Ποιος ούριος άνεμος την έστειλε δίπλα στο σπίτι μου; Γιατί ο Θεός σαν άλλον εκπεσόντα άγγελο την έδιωξε από τον Παράδεισο; Ξεροκατάπια. Εμεινα να κοιτάζω αποσβολωμένος αυτό το θεϊκό πλάσμα, αυτή την εξωπραγματική ύπαρξη. Τζιν σορτς και άσπρο τοπ αν δεν με ξεγελάει η μνήμη μου. Και χέρια αμήχανα σαν δεμένα με χειροπέδες πίσω από την πλάτη. Οπως ήταν αναμενόμενο, δεν θυμάμαι τίποτα από την υπόλοιπη συζήτηση με τον αδερφικό μου φίλο. Αλλωστε δεν νομίζω πως μιλήσαμε και για τίποτε άλλο εκτός από τη Γιάννα. Στάσου. Προσπαθούσαμε να βρούμε ποιο όνομα θα μπορούσε να ταιριάζει σε αυτή την εκπάγλου καλλονής γυναίκα…

Η (ανώνυμη) προς το παρόν κοπέλα δούλευε στην υποδοχή του καταστήματος. Δεν μεσολάβησε και πολύς χρόνος από τη μεγάλη απόφαση: «Αυτή τη γυναίκα θα την κυνηγήσω, Νικόλα». Αδυνατώ να θυμηθώ ποιος… πληροφοριοδότης με ενημέρωσε για το όνομά της και τον τόπο καταγωγής της. Η Γιάννα σπούδαζε οικονομικά (μάλλον στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο), ήταν 23 ετών και μας ήρθε από την ακριτική Λήμνο. Με αυτά τα βασικά στοιχεία ταυτότητας και δίχως οποιαδήποτε άλλη… ζωτική πληροφορία έπρεπε να θέσω σε εφαρμογή ένα σοβαρό και χωρίς ατέλειες σχέδιο. Από δω και μπρος θα ήμουν για τη Γιάννα ένας απόμακρος και αδιάφορος πελάτης-έτσι έκρινα πως θα ξεχώριζα από το… αναγκαίο κακό: το πλήθος θαυμαστών της.

Ταυτοχρόνως, απευθυνόμενος για άλλη μια φορά στον αγαπημένο και δοκιμασμένο στις δύσκολες αποστολές ανθοπώλη, η Γιάννα επιβαλλόταν να λάβει για αρχή ένα μπουκέτο λουλούδια, τα οποία κάποια φθινοπωρινή Παρασκευή έφθασαν στο μαγαζί. Υπήρχε φυσικά και μια αινιγματική κάρτα: «Οι πιθανότητες να έχεις σήμερα γενέθλια είναι 1/365, αλλά από τότε που σε γνώρισα κάθε μέρα είναι γιορτή!». Η Γιάννα ενθουσιάστηκε, έδειξε τα… στοιχεία στο υπόλοιπο προσωπικό κι εγώ παρατηρούσα ως απλός θαμώνας τις αέρινες κινήσεις της απαθής από ένα τραπέζι του καταστήματος…

Το σχέδιο μπαίνει στην τελική του φάση

Ας δούμε κατ’ αρχάς τα δεδομένα: Υπάρχει ένας εκνευριστικά αδιάφορος Ρένος Μπαλής και ένας ευγενικός, άγνωστος θαυμαστής. Κάποια στιγμή αυτά τα πρόσωπα έπρεπε να ταυτιστούν αλλά η ώρα δεν είχε έρθει. Ετσι, οκτώ ημέρες μετά την πρώτη ανθοδέσμη εμφανίστηκε και δεύτερη. Ηταν Σάββατο, η Γιάννα δούλευε εκείνη τη μέρα κι εγώ δεν απουσίαζα από το μαγαζί. Ηθελα να παρακολουθήσω τη γλώσσα του σώματος και γενικότερα την αντίδρασή της. Αυτή τη φορά τα λουλούδια συνόδευε το… περιβόητο ποίημα και μια ακόμη κάρτα που έγραφε: «Σου στέλνω αυτή τη φωτογραφία μου μήπως με αναγνωρίσεις». Στη φωτογραφία ήμουν πράγματι εγώ με τη μικρότερη αδερφή μου σε ηλικία 10-11 ετών!!! Η Γιάννα χαμογελαστή διάβασε το ποίημα, πήρε κάρτα, φωτογραφία και λουλούδια και τα τοποθέτησε μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Και κατόπιν ξεκίνησε την… έρευνα. Ελεγξε έναν προς έναν τους άρρενες θαμώνες, εντόπισε κάποιον άγνωστό μου στο μπαρ και εστίασε πάνω του από την κορφή ως τα νύχια. «Σε άλλον τη στείλαμε» σχολίασε ο Νικόλας, απαραίτητη συντροφιά σε όλες αυτές τις αναζητήσεις και τους αγώνες για την κατάκτηση του άλλου φύλου. Σκανάροντας τον αντρικό πληθυσμό η Γιάννα προσπέρασε αδιάφορα εμένα και τον Νίκο. Η ώρα πέρασε, η βάρδιά της τελείωσε, αποχώρησε και έτσι ήρεμα κύλησε το υπόλοιπο σαββατόβραδο.

Ηρθε η ώρα της αποκάλυψης

Τρεις μέρες μεσολάβησαν από το Σάββατο και ήταν πλέον Τρίτη βράδυ. Μια καθημερινή με ελάχιστο κόσμο στο μπαράκι, που ανάγκασε τη Γιάννα να κάτσει σε ένα σκαμπό και να κοιτάζει αφηρημένα προς το άδειο, εξωτερικό μέρος του καταστήματος. Ομολογώ πως δεν το είχα σχεδιάσει. Γύρισα και είπα στον Νικόλα: «Εφθασε η πολυπόθητη ώρα». Η παρότρυνσή του να μη βιαστώ να αποκαλυφθώ δεν είχε αποτέλεσμα. Την πλησίασα φαινομενικά ψύχραιμος κι ενώ η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από την αγωνία. «Εχω παρατηρήσει, Γιάννα (Γιάννα δεν σε λένε;), πως έχεις πολλούς θαυμαστές. Σου έρχονται συνέχεια ανθοδέσμες με λουλούδια. Μπράβο. Εν τω μεταξύ θα είχα τρελαθεί από τη ζήλια μου αν δεν ήξερα πως τις έστελνα εγώ!!!». Μια παύση που θαρρείς πως κράτησε μια αιωνιότητα ακολούθησε τα λόγια μου. Εκείνη έμεινε άναυδη. Αλλά ήμουν αποφασισμένος για όλα. Εβγαλα από την τσέπη μου αντίγραφο της φωτογραφίας που είχα στείλει και τη ρώτησα (ρητορικά): «Αυτό το παιδάκι σού θυμίζει κάτι, έτσι δεν είναι;». Η Γιάννα ενθουσιάστηκε. Γελούσε συνεχώς ενώ η διάθεσή της ανέβηκε στα ύψη. «Θα έρθω την Πέμπτη. Θα είσαι εδώ;» τη ρώτησα. «Ναι, δουλεύω την Πέμπτη». «Ωραία λοιπόν, ραντεβού από τώρα για την Πέμπτη, να κεράσουμε και ποτό». «Εγινε» μου απάντησε. Επέστρεψα στο τραπέζι. Το σχέδιο φαινόταν να βαδίζει στην εντέλεια. Η πιο εντυπωσιακή γυναίκα της Λήμνου μόλις είχε δεχθεί το πιο παράξενο φλερτ στη ζωή της. Φυσικά πετούσα στα σύννεφα, αλλά ο Νίκος έμοιαζε σκυθρωπός και προβληματισμένος. «Βιάστηκες» αρκέστηκε να σχολιάσει. «Νενικήκαμεν» του απάντησα. Πληρώσαμε και φύγαμε.

 

Ρένος Μπαλής