Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο ναύαρχος Αλεξάντερ Βασίλιεβιτς Κολτσάκ έχοντας την υποστήριξη των Αγγλων, των Γάλλων και των Αμερικανών, αυτοανακηρύχθηκε ανώτατος ηγέτης της Ρωσίας και ηγήθηκε της αντεπαναστατικής κυβέρνησης, έχοντας ως βάση το Ομσκ της Σιβηρίας. Τελικά απωθήθηκε από τους Μπολσεβίκους μετά από μάχες, και γι’ αυτό στις 13/11/1919 αποφάσισε να διαφύγει στον Ειρηνικό, διασχίζοντας 8.000 χιλιόμετρα μέσα από την Ασιατική Σιβηρία. Στον δρόμο της φυγής τον ακολούθησαν 500.000 στρατιώτες και 750.000 πρόσφυγες, ανάμεσα στους οποίους πάνω από 200.000 γυναικόπαιδα της ρωσικής αριστοκρατίας. Ο Ναύαρχος είχε αναλάβει και τη μεταφορά του αυτοκρατορικού θησαυρού που αποτελούταν από 500 τόνους χρυσού. Ο θησαυρός είχε παραληφθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Μόσχας και φορτώθηκε στην αμαξοστοιχία «αριθμός 2», που ήταν ένα θωρακισμένο τρένο με 28 βαγόνια, για να φυγαδευτεί.

Η πορεία του κόσμου που έφευγε να σωθεί γινόταν παράλληλα προς τις γραμμές του υπερσιβηρικού σιδηροδρόμου. Τότε ξέσπασε μια φοβερή κακοκαιρία, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να πεθαίνουν κατά δεκάδες από το κρύο. Στα μέσα Φεβρουαρίου του 1920 και ενώ βρίσκονταν μεταξύ Ουραλίων και λίμνης Βαϊκάλης, τελείωσαν τα καύσιμα του τρένου που μετέφερε τον χρυσό. Ετσι, οι στρατιώτες αναγκάστηκαν να φορτώσουν το χρυσάφι σε έλκηθρα που τα έσερναν άλογα. Από κει και έπειτα, αγνοείται η τύχη του θησαυρού.

Ο καιρός χειροτέρευε συνεχώς και ο κόσμος πέθαινε πια κατά χιλιάδες από το κρύο. Προς τα τέλη Φεβρουαρίου, κατάκοποι και εξαθλιωμένοι, έφτασαν στη λίμνη Βαϊκάλη. Οι δύο όχθες της παγωμένης λίμνης απείχαν μεταξύ τους περί τα 80 χιλιόμετρα. Ελπίζοντας ότι θα τα καταφέρουν, αποφάσισαν να περάσουν απέναντι. Κανείς δεν έφτασε ζωντανός στην άλλη όχθη. Οσοι είχαν απομείνει, 250.000 άνθρωποι άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Ο ναύαρχος Κολτσάκ δεν βρισκόταν ανάμεσά τους, αφού είχε συλληφθεί στις 6 Φεβρουαρίου 1920, από άντρες του Κόκκινου Στρατού, και εκτελέστηκε στο Ιρκούτσκ.

Η τραγωδία της λίμνης Βαϊκάλης και ο χαμένος χρυσός ξεχάστηκαν για πάρα πολλά χρόνια, λόγω των θλιβερών γεγονότων που εξελίχθηκαν μετά τη Ρωσική Επανάσταση. Το 1959, η Ρωσική κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αναζητήσει τον χρυσό του τσάρου που επιχείρησε να μεταφέρει ο ναύαρχος Κολτσάκ. Το θέμα κίνησε πάλι το ενδιαφέρον για τον θησαυρό και διάφορες φήμες κυκλοφόρησαν

Ενας πρώην στρατιωτικός που είχε υπηρετήσει στη στρατιά του Κόλτσακ, με τον βαθμό του λοχαγού, ο Σλάβα Μογκντάνωφ, φαίνεται πως είχε κατορθώσει να διαφύγει από τη Ρωσία και ζούσε στην Αμερική και συγκεκριμένα στο Σαν Φραντσίσκο. Εκεί, είχε φιλικές σχέσεις με κάποιον Αμερικανό, στον οποίο είχε τόση εμπιστοσύνη ώστε του φανέρωσε το μυστικό του.

Ο Μπογκντάνωφ τού είπε ότι ήταν επικεφαλής μιας μονάδας που κατόρθωσε να περάσει ανοιχτά της λίμνης Βαϊκάλης και να φτάσει στην Κίνα. Ο ίδιος επιβιβάστηκε σε ένα βαπόρι και ταξίδεψε ως τη Καλιφόρνια, όπου και εγκαταστάθηκε.

Ο Μπογκντάνωφ ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε στη φρούρηση του θησαυρού και γνώριζε πού ήταν θαμμένος. Είπε ότι κάποιοι χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, βλέποντας ότι υπήρχε σημαντική αργοπορία, που οφειλόταν στη μεταφορά του χρυσού και κόστιζε σε ανθρώπινες ζωές, αποφάσισαν να παραβλέψουν τις διαταγές που είχαν και να κρύψουν το χρυσάφι, ώστε να κινηθούν γρηγορότερα. Εβαλαν τους στρατιώτες να σκάψουν σε διάφορα σημεία, μακριά το ένα από το άλλο, μεγάλους λάκκους, για να κρύψουν το πολύτιμο φορτίο. Ο Μπογκντάνωφ, με έναν άλλον λοχαγό ονόματι Ντράνκοβιτς, ήταν επικεφαλής μιας ομάδας 45 στρατιωτών, που έθαψαν ένα μέρος του χρυσού στην κρύπτη μιας αρχαίας, ερειπωμένης εκκλησίας, που τα ερείπιά της μόλις εξείχαν από το έδαφος. Κατόπιν διέταξαν τους στρατιώτες να ανοίξουν πιο πέρα έναν νέο μεγάλο λάκκο, για να κρύψουν και το υπόλοιπο χρυσάφι. Μόλις οι στρατιώτες τελείωσαν το σκάψιμο, και ενώ ήταν ακόμη μέσα στον λάκκο, τους εκτέλεσαν με τα πολυβόλα και τους έθαψαν εκεί. Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιποι αξιωματικοί. Καθώς επέστρεφαν στον καταυλισμό, ο Μπογκντάνωφ άκουσε πίσω του ένα όπλο να οπλίζει, γύρισε απότομα και πυροβόλησε θανάσιμα τον Ντράνκοβιτς, που ετοιμαζόταν να τον πυροβολήσει. Ετσι, ο Μπογκντάνωφ απέμεινε ο μόνος που γνώριζε την κρύπτη του χρυσού.

Λόγω του πολέμου, οι δύο φίλοι χάθηκαν. Ο Αμερικανός μετά τη λήξη του Β’ Π.Π. και αφού πολέμησε χωρίς να πάθει το παραμικρό, γύρισε στην πατρίδα του. Δούλεψε ως μηχανολόγος σε μια εταιρεία, η οποία το 1959 τον έστειλε στη Ρωσία, να επιβλέψει ένα έργο στην πόλη Μαγκνιπογκόρκ. Οι υπεύθυνοι του εργοταξίου, του έφεραν ως βοηθό έναν γέρο που γνώριζε αγγλικά. Ηταν ο φίλος του ο Μπογκντάνωφ. Είχε επιστρέψει στη Ρωσία νωρίτερα, αφού είχε δοθεί αμνηστία από τη ρωσική κυβέρνηση στους μετανάστες. Ο Μπογκντάνωφ έπεισε τον Αμερικανό καθώς και μια Ρωσίδα διερμηνέα, την Τάνια, να βρουν τον θησαυρό του τσάρου και να τον βγάλουν παράνομα από τη Ρωσία. Η Τάνια είχε γνωριμίες κι έτσι κατόρθωσε να εξασφαλίσει άδειες για όλους, ώστε να κυκλοφορούν ελεύθερα στη χώρα. Η επιχείρηση ανεύρεσης του θησαυρού είχε αρχίσει.

Πήραν ένα τζιπ και πήγαν στο σημείο απόκρυψης, το οποίο βρισκόταν στην έρημη στέπα, σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από τις ράγες του υπερσιβηρικού σιδηροδρόμου. Αρχισαν να σκάβουν και σύντομα ξέθαψαν τις χρυσές ράβδους. Επάνω τους βρίσκονταν τα οστά του δεύτερου αξιωματικού, που είχε προλάβει να σκοτώσει ο Μπογκντάνωφ. Τον είχε σύρει μέχρι την κρύπτη και τον έθαψε εκεί.

Το τζιπ μπορούσε να σηκώσει ορισμένο βάρος και έτσι φόρτωσαν 150 κιλά χρυσού, σκέπασαν την κρύπτη και έφυγαν. Η διαδρομή τους ήταν προς ένα χωριουδάκι της Γεωργίας και από κει, μέσω ενός ορεινού δρόμου, στην Τουρκία. Σε όλη τη διαδρομή περνούσαν επιτυχώς τους ελέγχους που γίνονταν στα διάφορα μπλόκα. Οταν τελικά έφτασαν στον ορεινό δρόμο, πίστεψαν ότι οι δυσκολίες τους τελείωσαν. Δυστυχώς γι’ αυτούς, στο τέλος του δρόμου υπήρχε μια ξύλινη πύλη την οποία φρουρούσαν δύο στρατιώτες. Δεν είχαν άλλη επιλογή. Προσποιήθηκαν ότι βγάζουν να δείξουν τα χαρτιά τους και μόλις έφτασαν κοντά, πάτησαν γκάζι. Ο Μπογκντάνωφ πυροβόλησε και σκότωσε τον έναν στρατιώτη. Το τζιπ έσπασε την πύλη και βρέθηκε στο τουρκικό έδαφος. Καθηλώθηκε όμως εκεί από τις σφαίρες του δεύτερου στρατιώτη. Ετρεξαν και οι υπόλοιποι άντρες της φρουράς και όλοι μαζί, περνώντας στο τουρκικό έδαφος, κατευθύνθηκαν προς το τζιπ. Οι Τούρκοι δεν είχαν φρουρά στην περιοχή. Ο Μπογκντάνωφ άρχισε να πυροβολεί τους στρατιώτες και σύντομα έπεσε νεκρός. Ο Αμερικανός με την Τάνια κατόρθωσαν έγκαιρα να απομακρυνθούν και να γλυτώσουν και έτσι να κάνουν γνωστή την ιστορία του θησαυρού.

Πολλές ήταν οι ιστορίες που κυκλοφόρησαν από πρόσφυγες, που ισχυρίζονταν ότι ήξεραν πού βρίσκεται θαμμένο το χρυσάφι του τσάρου και η παραπάνω ιστορία ίσως είναι μία απ’ αυτές.

(«Αναζητώντας Θρυλικούς Θησαυρούς», Ι. Μπαϊμπάκης, εκδ. λεξίτυπον )