Το 1666 το Λονδίνο ήταν μια μεσαιωνική πόλη με στενά στριφογυριστά σοκάκια και ξύλινα σπίτια με στέγες από άχυρο. Το Σίτι του Λονδίνου (το οποίο αποτελούσε το χρηματοοικονομικό κέντρο της αγγλικής πρωτεύουσας όπως και σήμερα), κλεισμένο ακόμη στα ρωμαϊκά τείχη του καθώς και τα δυτικά και νότια προάστια πέρα από αυτά στέγαζαν πληθυσμό περίπου μισού εκατομμυρίου. Ο συνωστισμός του πληθυσμού στο Λονδίνο καθιστούσε την πόλη εξαιρετικά ευάλωτη στους δύο σημαντικότερους αστικούς κινδύνους της πρώιμης σύγχρονης εποχής: στις επιδημίες και στις πυρκαγιές.

Οι φωτιές ήταν ένας μόνιμος κίνδυνος στις μεσαιωνικές και τις πρώτες σύγχρονες πόλεις. Το Λονδίνο είχε βιώσει αρκετές πύρινες λαίλαπες, συμπεριλαμβανομένης άλλης μίας «μεγάλης πυρκαγιάς» το 1123. Ως εκ τούτου είχαν γίνει κάποιες προσπάθειες να απαγορευτεί η χρήση εύφλεκτων δομικών στοιχείων όπως ξύλου και αχυροσκεπών στην οικοδόμηση και να απομακρυνθούν σιδηρουργεία και χυτήρια από τις αστικές περιοχές, όμως οι αντίστοιχοι κανονισμοί δεν είχαν εφαρμοστεί. Το 1661 ο βασιλιάς Κάρολος ο Β΄, ο οποίος μόλις είχε αποκατασταθεί στον θρόνο του μετά τη μία και μοναδική απόπειρα εφαρμογής δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα, προειδοποίησε τον λόρδο δήμαρχο της πόλης για τον κίνδυνο πυρκαγιάς αλλά οι βασιλικές ανησυχίες δεν εισακούστηκαν.

Η λειτουργία επισφαλών εγκαταστάσεων στο κέντρο του Λονδίνου δεν ήταν ο κυριότερος κίνδυνος αφού η φωτιά υπήρξε η σημαντικότερη πηγή ενέργειας για τη θέρμανση, τον φωτισμό και το μαγείρεμα και επομένως κάθε σπίτι αποτελούσε πιθανή εστία πυρκαγιάς. Οι δρόμοι, απαράλλαχτοι από τη μεσαιωνική εποχή, ήταν εξαιρετικά στενοί και γίνονταν ακόμη στενότεροι από την πρακτική του χτισίματος των επάνω ορόφων ώστε να προεξέχουν από το ισόγειο, με αποτέλεσμα στις πιο πυκνοκατοικημένες γειτονιές οι επάνω όροφοι των απέναντι ξύλινων κτηρίων σχεδόν να εφάπτονται. Πέρα από τη χρήση εύφλεκτων δομικών υλικών, το Λονδίνο ήταν γεμάτο επικίνδυνα προϊόντα όπως πίσσα, κάρβουνο, λίπος, πυρίτιδα αλλά και αλκοολούχα ποτά και μπράντι.

Είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε στη διάθεσή μας μια μαρτυρία για τη μεγάλη πυρκαγιά από έναν από τους απολαυστικότερους συγγραφείς τής εποχής, τον ημερολογιογράφο Σάμουελ Πιπς, που εργαζόταν τότε για την Επιτροπή Ναυτικού και είχε εμπλακεί άμεσα όχι μόνο ως αυτόπτης μάρτυρας αλλά και ως ενεργός συμμετέχων, επικοινωνώντας με τον βασιλιά στο Ουάιτχολ και με τον δήμαρχο κατά τις προσπάθειες κατάσβεσης της πυρκαγιάς. Η φωτιά ξέσπασε σε ένα αρτοποιείο στην οδό Πάντινγκ Λέιν, ακριβώς βόρεια από τη Γέφυρα του Λονδίνου, τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής 2 Σεπτεμβρίου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως όταν η υπηρέτρια του Πιπς τον ξύπνησε για να του ανακοινώσει την έναρξη της πυρκαγιάς, εκείνος, επειδή οι πυρκαγιές δεν ήταν ασυνήθιστες, ο ίδιος δεν θεώρησε την υπόθεση αρκετά επείγουσα και… ξανάπεσε για ύπνο!

Οι διαταγές του βασιλιά προς τον δήμαρχο ήταν να κατεδαφιστούν όσα σπίτια χρειάζονταν για να δημιουργηθεί μια αντιπυρική ζώνη και να προστατευθεί έτσι ό,τι είχε απομείνει από την πόλη στα ανατολικά καθώς και στις περιοχές έξω από τα τείχη προς τον βορρά και τη δύση. Η πυρκαγιά όμως ήταν τόσο ισχυρή-καθώς σπρωχνόταν και από τον άνεμο προς τα δυτικά-που οι πυροσβέστες δεν ήταν σε θέση να περιορίσουν την εξάπλωσή της. Εν τω μεταξύ άρχισε να κινδυνεύει και το σπίτι του Πιπς, οπότε εκείνος φυγάδευσε πρώτα τη σύζυγό του μαζί με πολλά από τα πράγματά τους, τα λεφτά του και τα ημερολόγιά του, στη συνέχεια έθαψε στον κήπο του την… παρμεζάνα που είχε στο σπίτι (εξαιρετική και πανάκριβη λιχουδιά της εποχής) και τα κρασιά του για να τα σώσει από τις φλόγες.

Από την Κυριακή μέχρι την Τετάρτη η φωτιά κατέκαψε στο πέρασμά της τα τρία τέταρτα της πρωτεύουσας, ώσπου να μειωθεί η ένταση των ανέμων και να σταματήσει η πυρκαγιά στις αντιπυρικές ζώνες που είχαν δημιουργηθεί. Ολοσχερώς κάηκε ο καθεδρικός ναός του Αγ. Παύλου, πολλών ιστορικών εκκλησιών, δημοτικών και εμπορικών κτηρίων καθώς και μεγάλο τμήμα των δυτικών προαστίων (σημερινή Φλιτ Στριτ).

Παρά το τεράστιο μέγεθος της πυρκαγιάς και των καμένων κτηρίων και οικιών, καταγράφηκαν τότε μόνο τέσσερα έως οκτώ θύματα. Ωστόσο οι σύγχρονοι ιστορικοί απορρίπτουν αυτόν τον αριθμό ως υπερβολικά χαμηλό και εξηγούν πως στο αποκορύφωμά της η πυρκαγιά ήταν τόσο έντονη που τα σώματα των νεκρών θα είχαν αποτεφρωθεί εντελώς εκτός ίσως από τα οστά τους. Πέρα από τα θύματα, πολυάριθμοι κάτοικοι της πόλης έμειναν άστεγοι και άποροι, ενώ Γάλλοι και Ολλανδοί που έμεναν στο Λονδίνο… λιντσαρίστηκαν ως εμπρηστές, επειδή η Αγγλία βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τις δύο αυτές χώρες.

Πηγή: Οι μεγαλύτερες καταστροφές της Ιστορίας, Eric Chaline