Κοντά στο χωριό Μπέργκεν, στο δρόμο απ’ το Κέλε προς το Αμβούργο, βρισκόταν το στρατόπεδο του Μπέλσεν. Αρχικά ήταν μικρό, στη συνέχεια επεκτάθηκε και τον Νοέμβριο του 1944, ο Γιόζεφ Κράμερ, ένα στέλεχος στρατοπέδων συγκέντρωσης με μεγάλη εμπειρία, πήγε εκεί από το Αουσβιτς, για να το διαμορφώσει ως αναρρωτήριο για τους ασθενείς των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των εργοστασίων και των αγροκτημάτων, καθώς και για άτομα που είχαν εκτοπιστεί από όλη τη Βορειοδυτική Ευρώπη.

Τα στρατόπεδο είχε γεμίσει, όπως και τα υπόλοιπα του είδους του και χρησιμοποιούσε το σύστημα των «φύρερ» και των «ελτέστερ». Συγκεκριμένα, όλες οι θέσεις που είχαν τον τίτλο «φύρερ» δίνονταν στα μέλη των SS  –τους αφέντες- ενώ οι θέσεις που είχαν τον τίτλο «ελτέστερ» (Altester), όπως αυτή του αρχηγού πτέρυγας (Blockaltester), δίνονταν συνήθως στους κοινούς εγκληματίες που είχαν σταλεί στις φυλακές γι’ αυτό τον σκοπό – αυτοί ήταν οι έπαρχοι.

Στο Μπέλσεν δεν υπήρχαν θάλαμοι αερίων, αλλά χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν εκεί από ασθένειες και λιμοκτονία. Τους τελευταίους μήνες λειτουργίας του στρατοπέδου, υπήρχε τόσο μεγάλη έλλειψη τροφίμων, που οι κρατούμενοι (το προσωπικό του στρατοπέδου εξακολουθούσε να τρέφεται καλά) κατέφυγαν σε κανιβαλισμούς. Ενας πρώην Βρετανός τρόφιμος, κατέθεσε στη δίκη του διοικητή του στρατοπέδου και κάποιων από το επιτελείο του, ότι όταν συμμετείχε στην εκκαθάριση των πτωμάτων, ένα στα δέκα πτώματα, είχε ένα κομμάτι κομμένο από τον γοφό ή άλλο μέρος του σώματος, το οποίο είχε φαγωθεί και ότι είχε δει ανθρώπους τη στιγμή που έκαναν κάτι τέτοιο. Σε τέτοιο σημείο τους έφερε η μάστιγα της πείνας.

Είπε αυτός ο μάρτυρας:

«Κάποιες φορές παρατήρησα ένα πολύ παράξενο τραύμα στο πίσω μέρος του γοφού πολλών νεκρών. Αρχικά, το θεώρησα τραύμα από πυροβολισμό εξ επαφής, αλλά όταν είδα και άλλα ίδια, ρώτησα ένα φίλο και μου είπε ότι πολλοί κρατούμενοι έκοβαν κομμάτια  από τα σώματα των άλλων κρατουμένων για να τραφούν.  Στην αμέσως επόμενη επίσκεψή μου  στον νεκροθάλαμο, είδα έναν κρατούμενο να βγάζει ένα μαχαίρι, να κόβει ένα κομμάτι από το πόδι ενός πτώματος και να το βάζει  αμέσως στο στόμα του, φοβούμενος φυσικά να μην τον δει κανείς. Βάλτε με τον νου σας σε τι εξαθλίωση βρίσκονταν οι κρατούμενοι για να φτάνουν στο σημείο να ρισκάρουν να φάνε ανθρώπινη σάρκα από μαυρισμένα πτώματα».

Δεν υπάρχει λόγος να περιγράψω τις συνθήκες διαβίωσης σ’ αυτό το στρατόπεδο. Οι ρυθμοί της ζωής ήταν σχεδόν ίδιοι σε όλα τα στρατόπεδα και το Μπέλσεν δεν ήταν πολύ χειρότερο και σίγουρα δεν ήταν πολύ καλύτερο απ’ τα περισσότερα στρατόπεδα. Μια περιγραφή, ωστόσο, του σκηνικού το οποίο αντίκρισαν οι πρώτοι Βρετανοί αξιωματικοί που μπήκαν στο στρατόπεδο μετά την παράδοσή του, θα δώσει μια ζωντανή εικόνα της φυτοζωίας (διότι δεν μπορούμε να την αποκαλέσουμε ζωή) μέσα σ’ αυτούς τους συρμάτινους φράχτες.

Ανάμεσα στα  πρώτα στρατεύματα που εισήλθαν στο στρατόπεδο, βρισκόταν ο λοχαγός Ντέρεκ Σίνγκτον, τότε επικεφαλής της Μονάδας Ενισχυτών Νο 14, με σκοπό να κάνει τις απαραίτητες ή επιθυμητές μεγαφωνικές ανακοινώσεις και να ενεργήσει ως διερμηνέας του αντισυνταγματάρχη Τέιλορ, ο οποίος ως επικεφαλής του βρετανικού 63ου Συντάγματος Αντιαρματικού Πυροβολικού, με μία πυροβολαρχία του για να αναλάβει τη διοίκηση του στρατοπέδου.

Στην πύλη, τον λοχαγό Σίνγκτον υποδέχθηκε ο διοικητής Γιόζεφ Κράμερ, ο  οποίος του είπε ότι υπήρχαν 40.000 άτομα στο στρατόπεδο Νο 1 και άλλα 15.000 άτομα στο στρατόπεδο Νο2, κυρίως κοινοί εγκληματίες, κακούργοι και ομοφυλόφιλοι, καθώς και μέλη της Schutzhaftlinge – δηλαδή πολιτικοί κρατούμενοι. Ολοι αυτοί, αποτελούσαν φυσικά το 99% των τροφίμων, και προέρχονταν από κάθε χώρα, στην οποία είχαν εισβάλει οι Γερμανοί από το 1939 και κατόπιν.

(Συνεχίζεται…)