Σε έναν κατάφυτο λόφο σε απόσταση περίπου δέκα χιλιομέτρων από τη Βαϊμάρη, που ήταν ένας από τους ναούς της γερμανικής κουλτούρας και ελευθερίας, χτίστηκε το καλοκαίρι του 1937 ένα νέο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το Νταχάου και το Ζαχσενχάουζεν έκαναν χρυσές δουλειές και έτσι ο Χίτλερ θέλησε να φτιάξει ένα ακόμη «μπουντρούμι της δημοκρατίας» στην κεντρική Γερμανία.

Για περίπου οκτώ χρόνια, το στρατόπεδο αυτό αποτελούσε τόπο για καθημερινές βαρβαρότητες και κτηνωδίες. Οι τρόφιμοι χρησιμοποιούνταν σε πειράματα σαν ινδικά χοιρίδια. Χιλιάδες κρατούμενοι εκτελούνταν με πυροβολισμό. Πολλοί τρόφιμοι που είχαν τρελαθεί από τη δυστυχισμένη και φρικιαστική ζωή τους, έτρεχαν προς τις σειρές των φρουρών, όταν δούλευαν έξω σε ομάδες εργατών, ικετεύοντάς τους να τους σκοτώσουν, αφού ο θάνατος θα ήταν η μόνη ανακούφιση από τα σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια.

Στο Μπούχενβαλντ, τους κρατούμενους τους συνέθλιβαν με πέτρες, τους έπνιγαν σε κοπριά, τους μαστίγωναν, τους άφηναν να λιμοκτονούν, τους ευνούχιζαν και τους ακρωτηρίαζαν ζωντανούς. Δεν ήταν όμως μόνο αυτά. Κάθε τρόφιμος που είχε κάποιο τατουάζ, έπρεπε να πηγαίνει στο ιατρείο. Στην αρχή δεν ήξεραν το λόγο, αλλά το μυστήριο λύθηκε σύντομα. Οσοι είχαν στο δέρμα τους τα πιο καλλιτεχνικά διακοσμητικά σχέδια, κρατούνταν και στη συνέχεια σκοτώνονταν με ενέσεις που τους έκανε ένας από τους «Κάπο», ο Καρλ Μπέιγκς.

Υστερα, το πτώμα περνούσε στα χέρια του παθολογικού τμήματος όπου αφαιρούσαν το δέρμα και το επεξεργάζονταν. Τα επεξεργασμένα «προϊόντα» δίνονταν στη σύζυγο του διοικητή, Ιλζε Κοχ, η οποία έφτιαχνε με αυτά αμπαζούρ, εξώφυλλα βιβλίων και γάντια.

Μια ακόμη ανακάλυψη που έγινε στο Μπούχενβαλντ όταν έφτασε ο αμερικανικός  στρατός τον Απρίλιο του 1945, ήταν τα διατηρημένα κρανία πολλών εκ των θυμάτων. Κάποιος από το στρατόπεδο είχε αφαιρέσει τα κεφάλια από τα πτώματα δύο Πολωνών που είχαν απαγχονιστεί, επειδή διατηρούσαν σεξουαλικές σχέσεις με κορίτσια από τη Γερμανία. Τα κόκκαλα του κρανίου τους είχαν αφαιρεθεί και τα κεφάλια ήταν ζαρωμένα, ταριχευμένα και διατηρημένα. Τα κεφάλια είχαν το μέγεθος γροθιάς και τα μαλλιά και τα σημάδια από το σκοινί ήταν ακόμη εκεί.

Τον Απρίλιο του 1947, ο αντιστράτηγος των SS Ιωσίας πρίγκιπας του Βάλντεκ και 39 μέλη του προσωπικού του στρατοπέδου, συμπεριλαμβανομένης της φράου Κοχ, δικάστηκαν ενώπιον ενός αμερικανικού στρατοδικείου. Ο τόπος διεξαγωγής της δίκης ήταν το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου, κοντά στο Μόναχο, το οποίο είχαν επισκεφθεί προηγουμένως πολλοί από τους κατηγορουμένους, υπό διαφορετικές συνθήκες. Μια κατηγορία εναντίον τους ήταν inter alia, πως ανάγκασαν χιλιάδες αιχμαλώτους 12 τουλάχιστον διαφορετικών εθνοτήτων, να υποστούν «εκτελέσεις, ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, λιμό, κακοποίηση και εξευτελισμό».

Στο στρατόπεδο αυτό, ασκούνταν για περίπου οκτώ χρόνια με σαδιστική απόλαυση, κάθε μορφή φρίκης που γνώρισε ποτέ άνθρωπος. Είτε επρόκειτο για απλή εξόντωση – όπως συνέβαινε στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του στρατοπέδου – είτε για εξόντωση μέσω «δουλειάς μέχρι θανάτου» – όπως στη συνέχεια – το πρότυπο ήταν πάντα το ίδιο: «Σπάστε το σώμα. Σπάστε το πνεύμα. Σπάστε την ψυχή».

Και τι γνώριζε ο γερμανικός λαός για όλα αυτά; Λέγεται συχνά πως δεν γνώριζε τίποτε. Αυτή η άποψη είναι τόσο απίθανη, όσο και το αντίστροφό της, να γνώριζε δηλαδή τα πάντα.

Λέγεται πως «μπορείς να ξεγελάσεις όλους τους ανθρώπους για λίγο και λίγους ανθρώπους για πάντα, αλλά δεν μπορεί να ξεγελάς όλους τους ανθρώπους για πάντα» και υπάρχει πλήθος αποδείξεων που πιστοποιούν πως πολλοί Γερμανοί γνώριζαν αρκετά για τα όσα συνέβαιναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ακόμη περισσότεροι είχαν ανησυχητικές υποψίες, ίσως και φόβο, όμως προτίμησαν να καθησυχάζουν τη συνείδησή τους συνεχίζοντας να αγνοούν.

Καθώς αυξανόταν η έλλειψη εργατικού δυναμικού, οι Γερμανοί άρχισαν να βγάζουν από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως τις γερμανίδες εγκληματίες και τα αντικοινωνικά στοιχεία για να δουλέψουν σε γερμανικά εργοστάσια. Δύσκολα θα πίστευε κανείς πως αυτές οι γυναίκες δεν μίλησαν σε κανέναν για την εμπειρία τους.

(Συνεχίζεται…)