i-friki-sta-nazistika-stratopeda-sygkentrosis-mpoyxenvald-meros-3

Σ’ αυτά τα εργοστάσια οι αρχιεργάτριες ήταν Γερμανίδες που έρχονταν σε επαφή με τους τροφίμους και μπορούσαν να μιλήσουν σ’ αυτές. Αρχιεργάτριες προερχόμενες από το Αουσβιτς , οι οποίες στη συνέχεια πήγαν στο τοπικό εργοστάσιο της Ζίμενς στο Ράφενσμπρικ, ήταν πρώην εργάτριες της Ζίμενς στο Βερολίνο. Συνάντησαν γυναίκες που είχαν γνωρίσει παλιά στο Βερολίνο και τους είπαν τι είχαν δει στο Αουσβιτς. Είναι λοιπόν λογικό να υποθέσουμε πως καμιά δεν επανέλαβε αυτές τις ιστορίες; Στους Γερμανούς που στη διάρκεια του πολέμου μιλούσαν απρόσεχτα, συνήθιζαν να λένε «πρόσεχε τι λες γιατί θ’ ανέβεις στην καμινάδα». Σε τι άλλο μπορούσε να αναφέρεται αυτή η φράση, εκτός από τα κρεματόρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης;

Το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης υπήρχε στη Γερμανία αρκετά χρόνια πριν από τον πόλεμο και πολλοί Γερμανοί είχαν φίλους και συγγενείς που κρατούνταν στα στρατόπεδα, ορισμένοι εκ των οποίων αφέθηκαν ελεύθεροι στη συνέχεια.

Από το Μπούχενβαλντ, οι κρατούμενοι έβγαιναν καθημερινά  για να δουλέψουν στη Βαϊμάρη, την Ερφούρτη και την Ιένα. Εφευγαν το πρωί και επέστρεφαν το βράδυ. Την ημέρα αναμειγνύονταν με τον ντόπιο πληθυσμό στη δουλειά. Αραγε δεν συνομιλούσαν ποτέ, και αν συνομιλούσαν απέφευγαν πάντα επιμελώς το θέμα των στρατοπέδων συγκέντρωσης;

Σε πολλά εργοστάσια όπου δούλευαν ομάδες των στρατοπέδων συγκέντρωσης, οι τεχνικοί δεν ήταν μέλη των ενόπλων δυνάμεων και οι αρχιεργάτες δεν ήταν μέλη των SS. Πήγαιναν σπίτι τους κάθε βράδυ, αφού επέβλεπαν όλη την ημέρα τη δουλειά των αιχμαλώτων. Δεν συζητούσαν άραγε ποτέ με τους συγγενείς ή τους φίλους τους, όταν επέστρεφαν στο σπίτι, τι είχαν δει και τι είχαν ακούσει όλη την ημέρα;

Και τι συνέβαινε με το προσωπικό των SS και των φυλάκων; Είναι βεβαίως αλήθεια πως είχαν υπογράψει όλοι τους τη δέσμευση να μην αποκαλύψουν σε κανέναν εκτός των στρατοπέδων συγκέντρωσης, οτιδήποτε συνέβαινε μέσα σε αυτά.

Είναι όμως λογικό να πιστέψουμε ότι κανείς τους δεν είχε την ανθρώπινη αδυναμία να σπάσει αυτόν τον όρκο; Ο τραμπούκος είναι πάντα καυχησιάρης. Τον Αύγουστο του 1941, ο επίσκοπος του Λίμπουργκ, γράφει στα υπουργεία Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Εκκλησιαστικών Υποθέσεων του Ράιχ τα εξής:

«Περίπου οκτώ χιλιόμετρα από το Λίμπουργκ, στη μικρή πόλη Χάνταμαρ… βρίσκεται ένα ίδρυμα όπου ασκείται συστηματικά ευθανασία μήνες ολόκληρους. Αρκετές φορές την εβδομάδα φτάνουν στο Χάνταμαρ λεωφορεία με αρκετά απ’ αυτά τα θύματα. Τα σχολιαρόπαιδα της περιοχής αναγνωρίζουν το όχημα και λένε: «Ερχεται πάλι το κουτί του θανάτου». Τα παιδιά βρίζονται μεταξύ τους και λένε: «Είσαι τρελός, θα πας στους καυτούς φούρνους του Χάνταμαρ». Οσοι δεν θέλουν να παντρευτούν λένε: «Να παντρευτώ; Ποτέ! Να φέρω παιδιά στον κόσμο για να μου τα βάλουν σε θαλάμους αερίων;» Ακούς τους γέρους να λένε: «Μη με στείλετε στο κρατικό νοσοκομείο. Αφού τελειώνουν με τους πτωχούς τω πνεύματι, οι επόμενοι άχρηστοι που θα έχουν σειρά, είναι οι γέροι…».

Αν οι ντόπιοι ήξεραν τόσα πολλά για το τι συνέβαινε στο Χάνταμαρ, πώς μπορούμε να αμφιβάλλουμε ότι και οι κάτοικοι του Μπέργκεν, του Νταχάου, του Στρούτχοφ και του Μπίργκεναου γνώριζαν τι συνέβαινε μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, στα αντίστοιχα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Μπέργκεν, του Νταχάου, του Νάτσβαϊλερ και του Αουσβιτς;

Ο ίδιος ο Χες, είπε για το Αουσβιτς: «Η βρομερή και εμετική δυσοσμία που ερχόταν από τη συνεχή αποτέφρωση των πτωμάτων διαπότιζε ολόκληρη την περιοχή και όλοι οι κάτοικοι των γύρω κοινοτήτων γνώριζαν τι συνέβαινε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης».

Μέρα με τη μέρα, πλήθος θυμάτων ταξίδευε με βαγόνια μεταφοράς ζώων σε όλο το σιδηροδρομικό δίκτυο του Ράιχ, με κατεύθυνση τα κέντρα εξόντωσης. Τους έβλεπαν εκατοντάδες εργάτες του σιδηροδρόμου, οι οποίοι γνώριζαν από πού έρχονταν και πού πήγαιναν.

Οση φρίκη και αν έμενε κρυφή πίσω απ’ τους τοίχους των στρατοπέδων, αυτά όλα συνέβαιναν στο φως της μέρας και όσοι Γερμανοί φρόντιζαν να βλέπουν και να ακούν, γνώριζαν καλά ποια εγκλήματα διαπράττονταν στο όνομά τους, σε κάθε μήκος και  πλάτος της χώρας.

(Συνεχίζεται…)