Γνωρίζουμε όλοι μας-πλην ελαχίστων αρνητών του Ολοκαυτώματος για τα ανατριχιαστικά γεγονότα που συνέβαιναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως το Αουσβιτς και το Νταχάου. Δυστυχώς όμως οι τόποι που εξοντώθηκαν εκατομμύρια εβραίοι και άλλες ομάδες πληθυσμών ήταν πολύ περισσότεροι. Σήμερα θα διαβάσουμε για το Νόιενγκαμε.

Το στρατόπεδο του Νόιενγκαμε ιδρύθηκε το 1938 και ο πληθυσμός του αυξήθηκε τόσο πολύ που το 1942 υπήρχαν τριπλάσιοι τρόφιμοι απ’ όσους μπορούσε να στεγάσει, παρά το γεγονός πως στον «Δακτύλιο του Νόιενγκαμε» είχαν προστεθεί τουλάχιστον 55 «δορυφόροι», δηλαδή δορυφορικά στρατόπεδα που περιελάμβαναν πασίγνωστα ονόματα όπως Μπάντερβεγκ, Μπουλενχάουζενταμ, Χάνοβερ-Αλεμ και Σάντελαχ.

Το 1942 έγινε στο στρατόπεδο μια αλλαγή πολιτικής λόγω των γερμανικών αποτυχιών και απωλειών στη Ρωσία. Μέχρι τότε, η πολιτική που είχε χαράξει ο Χίμλερ ήταν αυτή της εξόντωσης των μη ευπρόσδεκτων στο στρατόπεδο τροφίμων. Στη συνέχεια αυτή άλλαξε ριζικά εξαιτίας της αυξανόμενης έλλειψης δούλων και έγινε πολιτική τής διατήρησης της ζωής στο πλέον στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης, ώστε να αποσπαστεί από τους τροφίμους, όσο είναι ζωντανοί, ο μέγιστος αριθμός δούλων με το ελάχιστο κόστος. Στο Νόιενγκαμε, μετά το 1942, ωθήθηκαν ενεργά στον θάνατο μόνο οι φιλάσθενοι που ήταν ακατάλληλοι για εργασία. Οι υπόλοιποι υπέφεραν να ζουν την περίοδο που ήταν κατάλληλοι για δουλειά.

Συνολικά, πέρασαν από το Νόιενγκαμε πάνω από 90.000 άνθρωποι, εκ των οποίων πέθαναν οι 40.000. Οι 3000 απεβίωσαν από καθαρά φυσικά αίτια και οι 37.000 από αίτια που προκλήθηκαν από αφύσικες συνθήκες διαβίωσης και απαράμιλλη αναλγησία. Απ’ όλους τους τροφίμους του Δακτυλίου του Νόιενγκαμε τον τελευταίο χρόνο του πολέμου, το 90% ήταν πολίτες των συμμαχικών κρατών που είχαν εισαχθεί στη Γερμανία ως είλωτες και το 10% Γερμανοί, εκ των οποίων οι μισοί ήταν κοινοί εγκληματίες σε χαμηλόβαθμες θέσεις εξουσίας στο στρατόπεδο.

Το κύριο στρατόπεδο Νόιενγκαμε ήταν μια «δεξαμενή» απ’ όπου επιλέγονταν οι ικανότεροι για να σταλούν στα δορυφορικά στρατόπεδα, όπου υφίσταντο σωματικές και ψυχικές κακουχίες ακόμη πιο βάρβαρες από το κυρίως στρατόπεδο συγκέντρωσης και όπου το προσδόκιμο ζωής ήταν στην καλύτερη περίπτωση δύο μήνες.

Ο διοικητής Μαξ Πάουλι, ένας άνθρωπος σκληρός και δεσποτικός, προκαλούσε τον τρόμο σε όλους. Oπως και όλοι οι υφιστάμενοί του ήταν μέλος των SS. Οπως και όλοι, πλην των δύο γιατρών, προερχόταν από την κατώτερη κοινωνική τάξη. Ο αναπληρωτής του, Αντον Τούμαν, υπεύθυνος για όλους τους στρατώνες των κρατουμένων και κατ’ επέκταση για την πρόνοια (αν μπορεί να ειπωθεί αυτή η λέξη) υπέρ όλων των τροφίμων. Ηταν ένας εμφανώς κτηνώδης τραμπούκος που ευθυνόταν προσωπικά για πολλές δολοφονίες. Ο επόμενος στη διοίκηση μετά τον Τούμαν, ο Βίλι Ντράιμαν, που είχε λιγότερο σημαντική θέση, αλλά δεν ήταν λιγότερο τραμπούκος, δρούσε συχνά ως εκτελεστής του στρατοπέδου. Υπό την ηγεσία αυτών των ανδρών βρίσκονταν οι διάφοροι διοικητές των επιμέρους στρατώνων, καθένας από τους οποίους είχε απόλυτη δικαιοδοσία επί χιλιάδων τροφίμων. Τέλος, υπήρχαν οι δύο γιατροί, ο Αλφρεντ Τρζεμπίνσκι και ο βοηθός του Μπρούνο Κιτ. Ο πρώτος έφθασε στο στρατόπεδο το φθινόπωρο του 1943 και ο δεύτερος τον Ιανουάριο του 1945. Ο Κιτ ήταν από κάθε άποψη υποδεέστερος του Τρζεμπίνσκι. Λιγότερο έξυπνος, λιγότερο διορατικός, λιγότερο ενήμερος για το έγκλημα που γινόταν (αλλά όχι αμέτοχος), λιγότερο τίμιος και λιγότερο εξευγενισμένος. Ο ίδιος, σε αντίθεση με τον προϊστάμενό του, έφθανε στο σημείο να χτυπάει τους ασθενείς του.

Οι δύο αυτοί άνδρες ήταν οι μοναδικοί υπεύθυνοι για την υγεία περίπου 14.000 κρατουμένων. Είχαν χρέος να σώσουν αυτούς τους ασθενείς, οι οποίοι έπρεπε να δουλέψουν περισσότερο. Είχαν χρέος επίσης να λάβουν τα «κατάλληλα μέτρα» αναφορικά με όσους ήταν πολύ άρρωστοι για να δουλέψουν στο μέλλον. Ο Τρεζμπίνσκι και ο Κιτ εκπλήρωσαν κάθε προσδοκία. Το φθινόπωρο του 1942 ο νοσοκόμος Μπαρ, υπό τις οδηγίες του προκατόχου τού Τρζεμπίνσκι, έκλεισε 197 ρώσους αιχμαλώτους σε ένα κελί με τη βοήθεια του Ντράιμαν και έριξε μέσα αέριο Zyclon B. Ολοι οι Ρώσοι πέθαναν και στη συνέχεια τους έβγαλαν έξω, τους έβαλαν σε φορτηγά και τους μετέφεραν μακριά. Ολοι οι υπόλοιποι τρόφιμοι παρέλασαν για να δουν αυτή τη μακάβρια σκηνή και αναγκάστηκαν να τραγουδήσουν ένα τραγούδι που άρχιζε με τον στίχο: «Καλωσήλθες γλυκέ τροβαδούρε, ας χαρούμε και ας διασκεδάσουμε».

Στις αρχές του 1945 εισήχθησαν στο κύριο στρατόπεδο 80 Ολλανδοί. Οι 20 πέθαναν αμέσως από γενική αδυναμία. Οι υπόλοιποι 60 απαγχονίστηκαν κρυφά χωρίς δίκη. Την ώρα της εκτέλεσης οι μισοί ήταν άρρωστοι. Ο Τούμαν και ο Ντράιμαν ήταν οι εκτελεστές και έλαβαν μια έξτρα μερίδα ποτού για την προσφορά τους!!!

Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους 20 παιδιά εβραιόπουλα από τη Γαλλία και τη Ρωσία, ηλικίας 5 έως 12 ετών, που είχαν φυλακιστεί στο κύριο στρατόπεδο του Νόιενγκαμε, επιλέχθηκαν από τον διαβόητο δρα Χάισμαγιερ από το Βερολίνο ως πειραματικό υλικό για δήθεν όφελος της ιατρικής έρευνας. Ο Χάισμαγιερ επισκεπτόταν συχνά το στρατόπεδο και εμβολίαζε αυτά τα δύστυχα παιδιά με τον βάκιλο της φυματίωσης. Την περίοδο που τους έκαναν αυτά τα πειράματα, έδιναν στα παιδιά γλυκά και παιχνίδια. Πολλά απ’ αυτά αρρώστησαν βαριά.

Τον Απρίλιο οι Σύμμαχοι πλησίαζαν ταχέως το Νόιενγκαμε και ο στρατηγός των SS Πολ διέταξε-κατόπιν αιτήματος του δρος Χάισμαγιερ-να μεταφερθούν τα παιδιά στο δορυφορικό στρατόπεδο του Μπούλενχαουζενταμ για να εκτελεστούν έτσι ώστε να καταστραφεί κάθε απόδειξη των πειραμάτων.

Ο δρ Τρζεμπίνσκι, μαζί με τέσσερις «νοσοκόμους», στην πραγματικότητα δύο Γάλλους και δύο Ολλανδούς γιατρούς που επρόκειτο κι αυτοί να εκτελεστούν, και έξι Ρώσους μετέφερε τα παιδιά αμέσως στο Μπούλενχαουζενταμ. Ενας άνδρας ονόματι Γιάουχ ο οποίος ήταν επικεφαλής στο στρατόπεδο Μπούλενχαουζενταμ συνάντησε την ομάδα στην πύλη. Φάνηκε να γνωρίζει τον λόγο της επίσκεψης του Τρζεμπίνσκι και τον συνόδευσε στο υπόγειο με τους αιχμαλώτους. Τους ενήλικες τους έβαλαν σε άλλο δωμάτιο και τους απαγχόνισαν. Στο υπόγειο τους περίμενε ο Γιόχαν Φραμ. Τα παιδιά γδύθηκαν αμέσως και ο Τρζεμπίνσκι που συγκινήθηκε από ένα ξαφνικό ανθρώπινο συναίσθημα τα εμβολίασε με μορφίνη χωρίς να μάθουν τι έμελλε να τους συμβεί, έτσι ώστε να είναι αναίσθητα όταν θα τα κρεμούσαν. Στη συνέχεια ο Φραμ τοποθέτησε σχοινιά γύρω από τον λαιμό τους και όπως είπε «κρεμάστηκαν σε γάντζους πάνω στους τοίχους σαν φωτογραφίες»…

 

Αρης Νόμπελης

Πηγή: «Η μάστιγα του Ναζισμού» του λόρδου Ράσσελ του Λίβερπουλ