Στο Μεκλεμβούργο, περίπου 80 χιλιόμετρα βόρεια του Βερολίνου, βρίσκεται ένα σύνολο από λίμνες που περιβάλλονται από βαλτώδες έδαφος. Κοντά σε μια από αυτές, τη λίμνη Φίρστενμπεργκ, χτίστηκε ένα νέο στρατόπεδο συγκέντρωσης, λίγο μετά το ξέσπασμα του πολέμου το 1939. Ηταν γνωστό ως το στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράφενσμπρικ και αποτελούνταν από κύρια και εφεδρικά στρατόπεδα. Το κύριο στρατόπεδο είχε μόνο γυναίκες και απ’ τη στιγμή που άρχισε να λειτουργεί μέχρι την ώρα που καταλήφθηκε από  τον Κόκκινο Στρατό, κατά την προέλασή του προς δυσμάς, φυλακίστηκαν εκεί περισσότερες από 123.000 γυναίκες. Πολλές απ’ αυτές ήταν Γαλλίδες και εκείνες του έδωσαν το όνομα «L’ Enfer des Femmes» δηλ. «Η Κόλαση των Γυναικών». Το όνομα αυτό άξιζε πραγματικά στο στρατόπεδο και έτσι έγινε ευρέως γνωστό.

Ορισμένες ήταν αιχμάλωτες πολέμου, Ρωσίδες νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού που είχαν συλληφθεί στο πεδίο της μάχης, αλλά οι περισσότερες ήταν απλώς πολίτες, είτε μέλη κάποιου αντιστασιακού κινήματος είτε σκλάβες που είχαν εκτοπιστεί απ’ την πατρίδα τους, για να δουλέψουν ως εργάτριες στη Γερμανία και η απόδοσή τους κρίθηκε ανεπαρκής. Ολες φυλακίστηκαν χωρίς να προηγηθεί δίκη και το 90% είχαν υπηκοότητα κάποιας χώρας απ’ την πλευρά των Συμμάχων.

Το κύριο στρατόπεδο ήταν σχεδιασμένο για να στεγάσει 6.000 άτομα. Από το 1944 και έπειτα, δεν φυλακίστηκαν εκεί ποτέ λιγότερες από 12.000 και τον Ιανουάριο του 1945, οι κρατούμενες έφταναν τις 36.000. Τουλάχιστον 50.000 χάθηκαν και χιλιάδες ακόμη πέθαναν αλλού ή μεταφέρθηκαν σε άλλα στρατόπεδα. Εκτός από όσες δολοφονήθηκαν, οι βασικοί λόγοι γι αυτόν τον φρικτό δείκτη θανάτων, ήταν ο υποσιτισμός, η εξοντωτική εργασία, η έκθεση στα στοιχεία της φύσης, ο συνωστισμός, η παντελής έλλειψη υγιεινής και η συστηματική βάρβαρη μεταχείριση.

Η μεταχείριση των τροφίμων από τα μέλη του προσωπικού του στρατοπέδου (από τον διοικητή έως και τους φρουρούς των SS), ήταν βάρβαρη. Ασκούσαν σωματική και ψυχολογική βία σε όλες τις κρατούμενες. Μια κρατούμενη μας δίνει μια τραγική περιγραφή:

«Ολο το σύστημα του στρατοπέδου είχε έναν και μόνο στόχο: Να καταστρέψει την ανθρωπιά μας και την ανθρώπινη συνείδησή μας. Οι πλέον αδύναμες έφταναν στον πάτο της ηθικής και σωματικής ύπαρξης. Αναπτύχθηκαν όλα τα ποταπά ζωώδη ένστικτα, ενώ τα καλά καταπνίγηκαν και δεν μπορούσαν να βγουν πια στην επιφάνεια. Ακόμη και οι δυνατές που βγήκαν ζωντανές απ’ το στρατόπεδο, απέκτησαν χαρακτηριστικά που δεν θα σβηστούν ποτέ: Εχασαν κάθε πίστη απέναντι στην καλοσύνη και τη δικαιοσύνη».

Μία από τις τροφίμους ήταν Νορβηγίδα, πολύ γνωστή στην πατρίδα της. Βρισκόταν στο στρατόπεδο απλώς και μόνο επειδή ήταν φίλη του Νορβηγού βασιλιά. Οι Βρετανοί είχαν κάνει επιδρομή στις νορβηγικές ακτές, παίρνοντας μαζί τους περίπου 200 Νορβηγούς εθελοντές, αλλά και κάποιους ναζί αιχμαλώτους και δοσίλογους του Κουίσλιγκ. Λίγες μέρες αργότερα, ανακοινώθηκε απ’ το ραδιόφωνο ότι οι Γερμανοί θα έπαιρναν ως ομήρους 20 απ’ τους καλύτερους φίλους του βασιλιά. Η κυρία Ζάλβεζεν ήταν μία εξ αυτών.  Συνελήφθη, στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερη και οκτώ μήνες, μετά συνελήφθη εκ νέου και φυλακίστηκε σε φυλακή της Νορβηγίας για έξη μήνες. Από εκεί μεταφέρθηκε στη φυλακή της Αλεξάντερπλατς απ’ όπου, πέντε μέρες μετά, την μετέφεραν στη Ράφερνσμπρικ.

Οταν έφτασε στο στρατόπεδο, την παρέλαβαν με τη γνωστή βαναυσότητα. Λίγες ώρες αργότερα την πήγαν σε ένα μεγάλο δωμάτιο που, όπως πληροφορήθηκε αργότερα, το ονόμαζαν «μπάνιο». Φυσικά, δεν υπήρχε κανένα μπάνιο, μόνο κάτι τρύπες στο ταβάνι απ’ όπου έσταζε νερό. Να πως περιγράφει η ίδια τα όσα ακολούθησαν στη συνέχεια:

«Επρεπε να περιμένουμε γυμνές δύο ώρες, ώσπου να έρθει το νερό. Σημειώστε πως ταξιδεύαμε 18 μέρες και λαχταρούσαμε ένα μπάνιο, αλλά είμασταν τέσσερις σε κάθε ντους και το νερό έτρεξε μόνο για περίπου τέσσερα λεπτά. Είχαμε ένα κομματάκι σαπούνι και κάτι σαν πετσέτα, που όμως δεν ήταν μεγαλύτερο από χαρτομάντηλο…Τότε έγινε κάτι που ήταν για μας το μεγαλύτερο σοκ στο Ράφενσμπρικ. Μπήκαν μέσα δυο ένστολοι άντρες που, όπως μάθαμε κατόπιν, ο ένας ήταν γιατρός και ο άλλος οδοντίατρος. Μας έβαλαν να στοιχηθούμε σε σειρές και να παρελάσουμε μπροστά τους ολόγυμνες, απλώς για να εξετάσουν τα δόντια και τα χέρια μας. Φοβάμαι πως ντραπήκαμε, γιατί δεν ξέραμε ακόμη ότι η ντροπή έπρεπε να είναι δική τους και όχι δική μας».

(Συνεχίζεται…)