Στα δώδεκα χρόνια μου είχα ένα φιλόδοξο, σχεδόν αδύνατο, όραμα: Αποσπώντας τις πιο κολακευτικές κριτικές από τους προπονητές μου στον Αττικό Όμιλο Αντισφαιρίσεως Φιλοθέης (ΑΟΑΦ) και όντας αριστερόχειρας πίστεψα πως θα μπορούσα να διαπρέψω στο τένις και έκανα τρελά όνειρα για συμμετοχή στα σπουδαιότερα τουρνουά του κόσμου, αντιμέτωπος με τα πιο γνωστά ονόματα του χώρου που με μαγνήτιζαν με την απαράμιλλη τακτική τους, τη μοναδική αφοσίωσή τους και τη στοχοπροσήλωσή τους που απαιτούσε όμως αβάσταχτες θυσίες στον βωμό του πρωταθλητισμού, όπως οι εξαντλητικές ώρες προπόνησης, ο ανύπαρκτος ελεύθερος χρόνος και η ουσιαστική μετάλλαξη της προσωπικής ζωής σε στρατιωτική πειθαρχία με αυστηρούς, απαράβατους κανόνες και στέρηση των μικρών μα αναγκαίων χαρών της καθημερινότητας.

Ο σκοπός ήταν προφανής και ευδιάκριτος σε όσους μπορούσαν να μαντέψουν την παράξενη-από τότε-ψυχοσύνθεσή μου: Αναγνωρισιμότητα που ξεκλείδωνε σφραγισμένες επαγγελματικές πόρτες και καγκελόφρακτες γυναικείες καρδιές!

Αλλά ένα τυχαίο γεγονός, μια ασήμαντη σύμπτωση έμελλε να τεθεί αδιαπέραστο τείχος στο γλυκό όνειρο: Η… βαρεμάρα της αδερφής μου με άφησε μόνο μου στα κορτ και η διαγνωσμένη ανασφάλειά μου με οδήγησε δίχως δεύτερη σκέψη να εγκαταλείψω τη… Μεγάλη Ιδέα.

Σαν νερό κύλησαν από εκείνη την αποφράδα μέρα 39 ολόκληρα χρόνια με ανάμικτα συναισθήματα, ευπρόσδεκτες επιτυχίες και μελαγχολικές αποτυχίες, ηλιόλουστα, αισιόδοξα και άλλοτε καταθλιπτικά, μουντά πρωινά που νόμιζες πως ζήταγε παράταση η νύχτα. Και, κάνοντας έναν πρόχειρο απολογισμό, τα δεύτερα ήταν απείρως περισσότερα.

Πριν από 15 περίπου μήνες τίποτε δεν έμοιαζε ικανό να αλλάξει μια φαινομενικά μη αναστρέψιμη κατάσταση. Με όρους ιατρικούς το όποιο όραμα φάνταζε κλινικά νεκρό. Η απόσταση από τον αυτοκτονικό ιδεασμό συντόμευε επικίνδυνα πλησιάζοντας γοργά το όριο του κόκκινου συναγερμού!!!

Λένε πως το σκοτάδι είναι πιο πηχτό λίγο πριν ξημερώσει ή, εννοώντας ακριβώς το ίδιο, πως απέχοντας μόλις μερικά μέτρα από την κορυφή νιώθεις περισσότερο εξουθενωμένος και έτοιμος να παρατήσεις το άπιαστο εγχείρημα. Παρόμοια συναισθήματα ένιωσα σε ένα… ανοιχτό πάρκινγκ. Δίπλα μου η μητέρα μου, διαισθανόμενη τη χωρίς τέλος κατρακύλα, είχε πετρώσει και τα τραβηγμένα στα άκρα χαρακτηριστικά του προσώπου της πρόδιδαν την αγωνία ανάμικτη με την απόγνωση. Μόλις είχαμε αφήσει πίσω μας τη γαστρεντερολόγο μου, που είχε γίνει πλέον η πιο συχνή συναναστροφή μου. Με ένα ταλαιπωρημένο από τις ψυχολογικές κακουχίες στομάχι και ένα διαλυμένο από το ψυχοφθόρο στρες έντερο κρατούσα σφιχτά στα χέρια μου καινούργιες συνταγές για ακόμη περισσότερα φάρμακα, για πιο ισχυρές αγωγές, για πιο δυνατές θεραπείες στον αέναο κύκλο της πολυφαρμακίας που φαινόταν να μην έχει τέλος, αφού οι δοσολογίες αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο και ό,τι αποτελεσματικότερο διαφήμιζε η αγορά κατέληγε στα σωθικά μου…

Τα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν μέχρι ο παρκαδόρος να μου παραδώσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου μού φάνηκαν αιώνες… Πλέον ένιωθα υπεύθυνος και για τους γονείς μου που από την Α΄ Γυμνασίου τούς πότιζα σε καθημερινή βάση φαρμάκι. Και δεν το άξιζαν.

Κάποτε έρχεται η ώρα να πάρεις μια απόφαση ζωής: Και για μένα δεν υπήρχε καν δίλημμα. Να προσπαθήσεις να ξεφύγεις από τον βούρκο της μιζέριας, να φρενάρεις στην κακοτράχαλη κατηφορική οδό της απελπισίας να σταματήσεις την επικείμενη καταστροφή…

Εκείνο το χειμωνιάτικο παγωμένο βράδυ του Φλεβάρη που όλα τα πλάκωνε το κατάμαυρο σκοτάδι άρχισε να γλυκοχαράζει. Οχι, δεν υπήρχε περίπτωση 30 χρόνια απογοητεύσεων να διαγραφούν μονοκοντυλιά. Αλλά αργά πλην όμως σταθερά ξεκινούσε η πολυπόθητη ανασυγκρότηση. Η ελπιδοφόρα αναγέννηση από τις στάχτες. Η αποκοπή από το αρρωστημένο παρελθόν.

Πιστέψτε με η προσπάθεια μονάχα εύκολη δεν ήταν. Σαγηνευτικές Σειρήνες σε καλούσαν πίσω στον βάλτο, εκεί που διαβιούσαν άνθρωποι τοξικοί, συνήθειες καταστροφικές και μολυσμένες σκέψεις, σε εκείνη την κινούμενη άμμο που ρούφαγε αχόρταγα την αυτοπεποίθηση και τα όνειρά σου αλλά αποτελούσε κομμάτι της ζωής μου και, ως γνώριμη πλέον κατάσταση, καταντούσε ένα… ασφαλές καταφύγιο γιατί πια δεν θυμόσουν πώς είναι η ελευθερία, η χαρά, τελικά η ίδια η ευτυχία… Βούλωσα τα αυτιά μου, ανακάλυψα μυστικό πέρασμα ξεγελώντας τις θηριώδεις Συμπληγάδες, αγνόησα τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες. Αλλά θα έπρεπε να περάσουν κι άλλοι 21 μήνες…

Με τον χρόνο πλέον σύμμαχο έπειτα από την ανακωχή μαζί του τον Φλεβάρη του ’12, τα υπόλοιπα θα ερχόντουσαν μόνα τους. Η… Ferrari βγήκε από την καταστρεπτική ακινησία. Πάτησα το γκάζι στο τέρμα. Ενας κουρνιαχτός σκέπασε τα επίμονα στοιχειά. Ημουν αποφασισμένος να ξεκόψω από το θλιβερό παρελθόν και να το ξεχάσω το συντομότερο. Ενα βήμα απέμενε για την οριστική λύτρωση: Η λήθη…

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα…