Οταν τόσοι γιατροί και ψυχολόγοι σού επιβεβαιώνουν κάτι που ήδη γνώριζες πολύ καλά και αφορά τις απόλυτα ρεαλιστικές σου δυνατότητες που αποτελούν απόρροια ενός δημιουργικού αλλά συνάμα περίπλοκου μυαλού, τότε αναρωτιέσαι φυσιολογικά γιατί όλες αυτές οι σπάνιες ικανότητες δεν οδήγησαν-τουλάχιστον μέχρι τώρα-σε ανάλογα εντυπωσιακά αποτελέσματα όπως θα προέβλεπε και ο πλέον αδαής περί τα ψυχολογικά. Η πρόχειρη απάντηση «ζω στην αναξιοκρατική Ελλάδα» δεν καλύπτει το εύρος του προβλήματος. Αλλοι τα κατάφεραν και δεν είναι λίγοι οι αυτοδημιούργητοι. Για μια πιο σφαιρική εξήγηση σχετικά με το τι έφταιξε επιβάλλεται να μελετηθεί το ψυχολογικό περιβάλλον που διαδραματίζονται αυτές οι επίμονες πλην όμως αναποτελεσματικές προσπάθειες. Αν όλη η προσωπικότητά σου είναι ένα σαθρό οικοδόμημα που στηρίζεται με δυσκολία εξαιτίας της… αστοχίας υλικών και απειλείται διαρκώς με κατάρρευση πώς είναι δυνατόν να σκεφθείς ψύχραιμα, να λάβεις υπόψη σου όλες τις πιθανές παραμέτρους, να χαράξεις δρόμους που οδηγούν στην ευτυχία;  Γιατί αναμφισβήτητα το DNA μπορεί στην περίπτωσή μου να συνδύασε αριστοτεχνικά ενδιαφέροντα στοιχεία από τους προγόνους μου αλλά ταυτοχρόνως μου έστησε τη χειρότερη φάρσα της ζωής μου κληρονομώντας μου μια ιδιαίτερα βαριά ψυχολογική αστάθεια που θα μπορούσε να κλονιστεί από κάποια-φαινομενικά-ανούσια γεγονότα, που όμως ήταν ικανά σαν πελώριο τσουνάμι να σε παρασύρουν στο βάλτωμα και ως, λογική συνέχεια στην καταστροφή.

Ενα από τα ευαίσθητα σημεία μου είναι τα θέματα της εξωτερικής εμφάνισης. Υπάρχει ένα καλό νέο σε ό,τι αφορά τα τελευταία: μεγαλώνοντας παίζουν ολοένα και μικρότερο ρόλο στην αποδοχή και εκτίμηση από τους άλλους και, κυρίως, τις γυναίκες. Στην προεφηβική, στην εφηβική και στη μετεμφηβική ηλικία όμως είναι ικανά να καθορίσουν αισθηματικές σχέσεις, επαγγελματικά βήματα μέχρι και φιλικούς δεσμούς. Ετσι, γεννημένος από δύο κατάλευκους γονείς και μοιάζοντας ιδιαίτερα στη μητέρα του πατέρα μου που στα νιάτα της τη θαύμαζαν για την… ασπρίλα της, έμελλε κι εγώ να γεννηθώ με έντονα λευκό χρώμα. Τα παιδικά χρόνια πέρασαν ανέμελα, στις διακοπές-όπως τα υπόλοιπα παιδιά-γινόμουν κατάμαυρος από το παιχνίδι στις αλάνες και στη θάλασσα και δεν φαινόταν τίποτα συνταρακτικό στον ορίζοντα που θα μπορούσε να αλλάξει μια εντελώς φυσιολογική κατάσταση.

Οταν έγινα δέκα χρονών, μια ιδιαίτερα ζεστή, καλοκαιρινή μέρα, έπαιζα, όπως πάντα αργά το μεσημέρι στο προαύλιο του διπλανού μου δημοτικού σχολείου. Φορούσα μια φανέλα-φανελόμπλουζα τη λέγαμε-που άφηνε ακάλυπτους τους ώμους μου. Εντελώς ξαφνικά ξεκίνησαν κάποιες ενοχλήσεις που έμοιαζαν με κάψιμο και φαγούρα μαζί. Δεν έδωσα και πολλή σημασία, απλώς σε τακτά χρονικά διαστήματα πήγαινα στις βρύσες και απάλυνα τα συμπτώματα με δροσερό νερό. Την επόμενη χρονιά, το 1980, οι δικοί μου είχαν κανονίσει καλοκαιρινές διακοπές στη Λευκάδα-ήταν η πρώτη φορά που θα επισκεπτόμασταν το νησί. Καταλύσαμε σε ένα αγροτόσπιτο, με κατσικούλες, κοτούλες και, κυρίως, φιλόξενους και συμπαθητικούς ανθρώπους στην περιοχή της Νικιάνας. Επιλέξαμε και μια κοντινή παραλία για το καθημερινό μας μπάνιο. Το οποίο για μένα εξελίχθηκε σε… μαρτύριο! Ακριβώς στο τέταρτο μπάνιο η φαγούρα και το κάψιμο της προηγούμενης χρονιάς επέστρεψαν, αυτή τη φορά ταλαιπωρώντας ολόκληρο το κορμί μου. Την επόμενη μέρα, μόλις βγήκα από τη θάλασσα, η μητέρα μου έτρεξε να με φροντίσει, τυλίγοντάς με μια μεγάλη πετσέτα. Τζάμπα κόπος… Τα συμπτώματα εμφανίστηκαν δριμύτερα, το σώμα μου γέμισε κοκκινίλες, η φαγούρα ήταν αφόρητη και δεν μπορούσα να σταματήσω να ξύνομαι σαν τρελός! Δοκίμασα αντιαλλεργικά χάπια, έβαλα κρέμες στο πρόσωπο και στο σώμα αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε. Οι ολιγοήμερες διακοπές εξελίχθηκαν σε εφιάλτη και το μυαλό μου έχει σβήσει από τη μνήμη του τα μάλλον δυσάρεστα συναισθήματα που είχα εγκαταλείποντας το νησί. Αλλά ακόμη δεν ήμουν σε θέση να φανταστώ πως ξεκινούσε μια απίστευτη ταλαιπωρία που θα διαρκούσε-με μικρά διαλείμματα-40 ολόκληρα χρόνια.

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα.