Με την επιστροφή μας από τη Λευκάδα αναγκαστικά επισκέφθηκα τους καθ’ ύλην αρμόδιους για το πρόβλημά μου δερματολόγους. «Με αυτά τα χάπια που θα σου δώσω αποκλείεται να σε πιάσει αλλεργία». Το ηθικό μου αναπτερώθηκε και το επόμενο καλοκαίρι του 1981, που ο προγραμματισμός έλεγε «Μοτέλ Λεβέντη» αφέθηκα στα… χάδια του ήλιου. Μόνο που ακριβώς στο τέταρτο μπάνιο και πάλι επέστρεψαν οι κοκκινίλες και η αφόρητη φαγούρα. Η φωτοχημική αλλεργία εξαιτίας του ήλιου ήταν και πάλι παρούσα για να μου καταστρέψει τις ολιγοήμερες-ούτως ή άλλως-διακοπές μου…

Απτόητοι οι γονείς μου συνέχιζαν να προγραμματίζουν διακοπές και το 1982 η επιλογή τους ήταν η πανέμορφη Κρήτη. Περίμενα τρέμοντας το τέταρτο μπάνιο, το οποίο πέρασε χωρίς να μου συμβεί τίποτα, όπως το πέμπτο και το έκτο… Στις αναμνηστικές φωτογραφίες διακρίνομαι μαυρισμένος και ξαφνικά, εντελώς αναίτια, το βάσανό μου με είχε για καλή μου τύχη εγκαταλείψει. Αναθάρρησα, νόμιζα πως όλα ξεπεράστηκαν και ετοιμαζόμουν για… καινούργιες περιπέτειες, αυτή τη φορά, εν έτει 1983, στη φιλόξενη-για τους ξένους τουρίστες-κομμουνιστική Βουλγαρία. Σε ένα ειδυλλιακό θέρετρο, κοντά στη Βάρνα, σε μια γαλαζοπράσινη θάλασσα και σε ένα μαγευτικό τοπίο πήγαμε να απολαύσουμε το μπάνιο μας. Και μέχρι το τρίτο όλα πήγαιναν ρολόι. Αλλά στο τέταρτο και πάλι η αναφυλαξία παραμόνευε πιστή στο ραντεβού της: Εντονη κοκκινίλα, σπυράκια (όχι ανάγλυφα), απίστευτη φαγούρα. Οταν πήγαμε άρον-άρον στο ξενοδοχείο, από το διαρκές και ενοχλητικό ξύσιμο το χρώμα του σώματός μου έτεινε πλέον να γίνει… μοβ! Ασφαλώς και πέμπτο μπάνιο δεν υπήρξε ποτέ, παρά μόνο κάποια γωνιά σε σκιερό μέρος με ένα περιοδικό ή εφημερίδα, περιμένοντας τους υπόλοιπους τρεις να τελειώσουν το παιχνίδι στη θάλασσα. Ετσι, εντελώς άδοξα έληξαν και οι σύντομες διακοπές στη γειτονική χώρα.

Το 1984, τη χρονιά του ξεσπάσματος των τεράστιων προβλημάτων και της ανυπολόγιστης ζημιάς στην ευαίσθητη ψυχοσύνθεσή μου, το πρόγραμμα έλεγε για ακόμη μια φορά «Λεβέντης». Συγκέντρωσα όλες μου τις δυνάμεις, πείσμωσα, άρπαξα μια πετσέτα θαλάσσης και ξάπλωσα στα χαλίκια στο τέταρτο μπάνιο. Οι ενοχλήσεις δεν άργησαν να εκδηλωθούν αλλά έσφιξα τα δόντια: «Δεν τα παρατάω, θα περιμένω να περάσει από μόνο του». Αλλά δυστυχώς η κατάληξη ήταν και πάλι η ίδια: Δωμάτιο ξενοδοχείου, γονείς σε απόγνωση, κρύα ντους και κνησμός σε όλο μου το κορμί, σε σημείο που ήθελα να σκίσω τις σάρκες μου. Επρεπε να φθάσει το απόγευμα για να υποχωρήσουν τα συμπτώματα. Εκείνη τη χρονιά βέβαια οι προτεραιότητες ήταν άλλες και τις έχω διεξοδικά περιγράψει σε προηγούμενες αναρτήσεις μου…

Εκείνο που δεν είχα υπολογίσει και ετοιμαζόταν να εισέλθει στη ζωή μου ήταν η κοροϊδία των άλλων για την ασπρίλα μου, η απειλή της καταραμένης, ηλιοκαμένης… Κου-Κλουξ-Κλαν. Ο ρατσισμός από την ανάποδη. Το καλοκαίρι του 1985 συμμετείχα σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στο προαύλιο του 4ου δημοτικού σχολείου. Και το ματς σχεδόν σταμάτησε με την εμφάνισή μου. Φορούσα-φυσιολογικά-ένα κοντομάνικο μπλουζάκι και μια βερμούδα. Τα λευκά χέρια και πόδια μου βρισκόντουσαν σε κοινή θέα. Και οι λογικές ερωτήσεις των υπολοίπων παιδιών έπεφταν βροχή: «Είσαι ξένος;», «Δεν κάνεις μπάνια;», «Γιατί είσαι τόσο άσπρος;». Η αυτοεκτίμησή μου έπιασε πάτο…

Τον Ιούνιο εκείνου του χρόνου επισκεφθήκαμε με τη μητέρα μου τη Μυτιλήνη για να δούμε τους θείους και τα ξαδέρφια μου. Κι εκεί, στο χωριό Παναγιούδα, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα και απολύτως μόνος, σε μια βρώμικη και γεμάτη φύκια παραλία έπεσα να κολυμπήσω στο θολό νερό. Πήγα δύο φορές. Τρίτη δεν υπήρξε. Αφού δεν μπορούσα να σταματήσω τις ειρωνείες για το χρώμα μου, τουλάχιστον, σκέφθηκα, να μπλοκάρω την αλλεργία. Σε μια εβδομάδα διακοπών έκανα δυο μπάνια του ενός τετάρτου. Μόνο που αυτό το καλοκαίρι υπήρχε πρόσκληση από αδερφικό φίλο για το Αίγιο και τον Λόγγο περί τα τέλη Ιουλίου. Οι δύσκολες προκλήσεις ήταν μπροστά. Και όλα έμοιαζαν δυσοίωνα…

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα.