Κι ενώ το μαύρο πέπλο του απόλυτου Σκοταδιού εξακολουθούσε να σκεπάζει την ταλαιπωρημένη ψυχή μου, ήρθε και η ώρα να πάω μόνος μου διακοπές, κλείνοντας τα 16 μου χρόνια. Μόνος μου, τρόπος του λέγειν, γιατί και οι γονείς μου βρίσκονταν επίσης στο χωριό του Νέου Ερινεού. Αφιχθήκαμε 21 Ιουλίου χωρίς να έχει προσδιοριστεί ημερομηνία αναχώρησης. Η ετερόκλιτη παρέα, κοριτσιών και αγοριών, ντόπιων και επισκεπτών, εφήβων και μεγαλύτερων ακολουθούσε το πρόγραμμα κάθε νεαρού των eighties που σεβόταν τον εαυτό του. Χαλαρό μπάνιο στον Λόγγο το πρωί, μεσημέρι σε κάποια ταβερνούλα ή στο παλιό σπίτι των γονιών του φίλου μου, απομεσήμερο πάλι κάθοδος στον Λόγγο, μια τράπουλα, αραχτοί στα καθίσματα της Beau Rivage, η οποία το βραδάκι μετατρεπόταν σε ρέστοραν και μπαράκι. Με το μάτι μου έπιανα τα πρώτα φλερτ, τις επίμονες προσπάθειες των αγοριών να πείσουν για τις καλές τους προθέσεις άβγαλτα κοριτσάκια! Ποια ήταν η δικιά μου θέση σε αυτό το τοπίο; Αφαντος. Αποσυνάγωγος. Δεν πρόσεξα ούτε ένα θηλυκό βλέμμα στραμμένο στον πιο άσπρο της παρέας. Και όταν ήταν να μου δώσουν σημασία, ρωτούσαν μονάχα στο ίδιο μονότονο μοτίβο: «Γιατί είσαι τόσο άσπρος;». Ολοι κατάμαυροι μέσα στο κατακαλόκαιρο, ξεχώριζα σαν το… γάλα μες στις μύγες…

Αδίκως έψαχνα μέσα στο χωριό να βρω έστω έναν λευκό σαν κι εμένα. Τζάμπα κόπος. Ημουν κι επισήμως ο πιο άσπρος άνθρωπος μιας πολιτείας. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ο αδερφικός μου φίλος ο Γιάννης που μας φιλοξενούσε, συνομήλικός μου, είχε την αυστηρή απαίτηση να ακολουθούμε το πρόγραμμα των μεγαλύτερων αγοριών. Μια καταναγκαστική διασκέδαση. Δίχως ουσιαστική συμμετοχή. Γελώντας, παίζοντας και κολυμπώντας μαζί με νεαρούς 20 ετών. Οπως ήταν αναμενόμενο δεν έβρισκα κάτι ενδιαφέρον σε όλα αυτά. Η πρώτη και τελευταία φορά που απευθύνθηκα σε μια βαριεστημένη κοπέλα στη θρυλική Beau Rivage, ήταν για να της ζητήσω να δω από κοντά το εντυπωσιακό κοκτέιλ που έπινε γιατί «κατασκευάζω κεριά και θέλω να παίρνω ιδέες…». Πραγματικά αξιοθρήνητος.

Βρείτε έναν τρόπο να φύγουμε δήλωσα στους γονείς μου. Εδώ υπάρχει στρατιωτικός νόμος είπα χαρακτηριστικά. Κι εκείνοι δεν μου χάλασαν το χατίρι. Υστερα από δέκα μελαγχολικές μέρες, την τελευταία μέρα του Ιουλίου μπήκαμε στο λευκό Ford Cortina του πατέρα μου με τη μαύρη σκεπή και αναχωρήσαμε για την Αθήνα. Ημουν θυμάμαι πιο άσπρος απ’ όταν ήρθαμε…

Θα μου μείνει αλησμόνητη η επόμενη μέρα. Την 1η Αυγούστου του 1985, σε μια άδεια Αθήνα, ξύπνησα στις εφτά το πρωί, έβαλα μια κασέτα με ξένα τραγούδια της εποχής στο μαγνητόφωνο, άκουσα για λίγο, περιηγήθηκα στην τεράστια αυλή, κοίταξα το ρολόι και με απελπισία είδα πως δεν ήταν ούτε οκτώ. Χωρίς άλλες επιλογές, φάνταζε εφιαλτική η παραμονή μου στην πρωτεύουσα μέσα στον Αύγουστο. Ισως λιγότερο ενοχλητική από το να ακούω από το πρωί μέχρι το βράδυ να σχολιάζουν το χρώμα μου αλλά εξίσου ανιαρή με τις βαρετές διακοπές στον Λόγγο. Και πέρασαν ώρες και μέρες ατελείωτες δίχως την ενασχόληση με οτιδήποτε δημιουργικό. Εκείνος ο καταθλιπτικός Αύγουστος φάνηκε σαν μια ολόκληρη δεκαετία. Ωσπου επιτέλους με διάφορα χασομέρια ήρθε το φθινόπωρο, ανοίξανε τα σχολεία, επέστρεψα στη ρουτίνα της μαθητικής ζωής, μέχρι το ημερολόγιο να γράψει 1986 και να έρθει το επόμενο καλοκαίρι. Για το οποίο είχα δώσει τον λόγο μου ότι δεν επρόκειτο να γυρίσω στον… βάλτο με τους τοξικούς. Αλλά σε μια τόσο ασταθή ψυχολογική κατάσταση μπορούσαν να κρατηθούν οι υποσχέσεις;

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα.