Δεν τήρησα την υπόσχεσή μου: Το καλοκαίρι του 1986 αποφάσισα να βρεθώ και πάλι στον Λόγγο, μόνο που αυτή τη φορά τα πράγματα θα ήταν κομμάτι διαφορετικά. Οχι πως είχα υψηλή αυτοπεποίθηση-θα περνούσαν κι άλλα χρόνια μέχρι να συναντηθώ μαζί της. Ομως αυτή η… εφιαλτική παρέα του 1985 έμοιαζε τώρα περισσότερο φιλική. Προσπάθησα να αφουγκραστώ τα θέλω της, να γίνω αναπόσπαστο μέρος της, να συμμετάσχω σ’ αυτή την καλοκαιρινή, ανέμελη διάθεση κι ας εξακολουθούσα να είμαι το πιο… λευκό μέλος της. Τα πειράγματα δεν έλειψαν και πάλι: «Μαύρος, κατράμι είσαι», «Μαύρισες και φέτος, φίλε…», αλλά επιχείρησα να κλείσω τα αυτιά μου και να αγνοήσω την… ηλιοκαμένη Κου-Κλουξ-Κλαν και τον ρατσισμό της. Και έπειτα από περίπου τρεις εβδομάδες οι γονείς μου ήρθαν να παραλάβουν έναν έφηβο που έδειχνε για πρώτη φορά να τα βρίσκει με τον… άσπρο εαυτό του. Το απειλητικό σκοτάδι άφησε ύστερα από 25 μήνες μια χαραμάδα φωτός να πλημμυρίσει την εξαντλημένη ψυχή μου. Και κάπως έτσι επέστρεψα χαρούμενος στην Αθήνα…

Το επόμενο καλοκαίρι μια αλλαγμένη Ρολογιά επισκέφτηκε πολλούς προορισμούς μεταξύ των οποίων και τον Λόγγο. Τα ενοχλητικά πειράγματα φρόντισε η μνήμη μου να τα σβήσει διά παντός-δεν θυμάμαι να ασχολούνται με την ασπρίλα μου. Αλλωστε, τότε, για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια επιχείρησα να κάνω και ηλιοθεραπεία-τουλάχιστον κοκκίνισα και το… κουσούρι μου εξαφανίστηκε. Χωρίς τίποτα το αξιοπρόσεκτο, το 1987 έδωσε τη θέση του στο 1988. Ο Λόγγος είχε μεταβληθεί πια σε μόνιμη «απόδραση». Οι γονείς των φίλων μου Γιάννη και Γιώργου μια ωραία πρωία μάς σήκωσαν από το κρεβάτι άρον-άρον για να επιστρέψουμε στην πρωτεύουσα. Στο ύψος της Ακράτας είπαμε να κάνουμε στάση για μπάνιο και φαγητό. Ομπρέλες δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα, οπότε έπρεπε εκ νέου να υποστώ το μαρτύριο του ήλιου. Αλλά καθώς η ώρα περνούσε και οι… μοχθηρές αχτίδες έκαιγαν το πρόσωπο και το σώμα μου, δεν παρατήρησα καμιά ενόχληση. Τα χέρια μου επιτέλους δεν διέφεραν από των υπολοίπων σε χρώμα. Στην ταβέρνα ο διπλανός μου, πιο μαύρος και από… ρομά, έκανε ένα σχόλιο για τα (ακόμη άσπρα) πόδια μου. «Είσαι πολύ άσπρος…». «Είμαι αλλά κι εσύ πολύ μαύρος» ήταν η πληρωμένη απάντηση. Το προσωπικό μου ημερολόγιο δεν έλεγε ψέματα: αυτό ήταν το… καταραμένο τέταρτο μπάνιο και πέρασε χωρίς συνέπειες. Η φωτοχημική αλλεργία φάνταζε μακρινό παρελθόν. Το πρόβλημα που με ταλάνιζε τόσα χρόνια, που πλήγωνε την ψυχολογία μου, που καταβαράθρωνε την αυτοπεποίθησή μου, που με είχε μετατρέψει σε έναν φοβισμένο άνθρωπο γεμάτο ανασφάλεια έπαψε να υφίσταται. Το καλοκαίρι του 1989 αποφάσισα να μείνω δυο ολόκληρες ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο σε κάποια αμμουδιά των Σπετσών. Κατακάηκα, αλλά κνησμός και σπυράκια δεν έκαναν ούτε τότε την εμφάνισή τους. Και το 1990, γυμνοί από τη μέση και πάνω, αντροπαρέα που έπαιζε χαρτιά στο παλιό σπίτι στον Νέο Ερινεό άκουσα τον αδερφικό μου φίλο που με φιλοξενούσε να αναφωνεί: «Μ…α, μαύρισες!»

Αυτό που σε άλλον θα φάνταζε μια απλή και αδιάφορη παρατήρηση, για μένα ήταν η λύτρωση από τον μεγαλύτερο φόβο μου. Το σπάσιμο των δεσμών μου. Ο δρόμος προς τη γαλήνη και την ηρεμία. Η φυγή προς τα μπρος. Το τολμηρό βήμα να ξεφύγω από τον σφιχτό εναγκαλισμό της ανασφάλειας και των συνέπειών της. Η προσωπική μου δικαίωση.

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα