Στον μισό αιώνα ζωής που έκλεισα τα καλά νέα κρατούσαν πάντοτε λίγο. Ισως γι’ αυτό τα θυμάμαι όλα, μάλλον έτσι διατηρήθηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Το υπέροχο καλοκαίρι του 1990 νόμιζα πως κατόρθωσα να κερδίσω τη μάχη με τη φωτοχημική αλλεργία. Ας θυμηθούμε από τις προηγούμενες αναρτήσεις πως η τελευταία φορά που εμφανίστηκαν τα ενοχλητικά συμπτώματα ήταν το καλοκαίρι του 1984-είχαν περάσει κιόλας έξι ολόκληρα χρόνια…

Το θέμα αυτό θεώρησα πως έκλεισε οριστικά όταν και το 1991 δεν υπήρξε πρόβλημα με τον ήλιο, που ίσως τελικά να τον είχα κάνει φίλο… Κι έτσι κάποια μέρα του Ιουλίου του 1992 έκανα αμέριμνος ηλιοθεραπεία στην Ακράτα. Ξαφνικά, δίχως προφανή λόγο αισθάνθηκα μια έντονη φαγούρα και ένα κάψιμο. Κοίταξα το σώμα μου: Μικρά σπυράκια με πύον είχαν κάνει απειλητικά και πάλι την εμφάνισή τους. Προσπάθησα να ξεχαστώ, να παραμείνω κάτω από τον καυτό ήλιο, να αδιαφορήσω, να μη δώσω την παραμικρή σημασία. Αλλά δεν μπορούσα να πω ψέματα στον εαυτό μου: Η φωτοχημική αλλεργία ήταν και πάλι παρούσα…

Κατέβαλα τεράστια προσπάθεια να αντιληφθώ τι συνέβαινε: μια φαρμακευτική αγωγή για άλλο, διαφορετικό πρόβλημα έγραφε στις παρενέργειες: «πιθανότητα φωτοχημικής αλλεργίας». Βυθίστηκα ξανά σε μαύρες σκέψεις. Αρχισα να θυμάμαι τα πειράγματα, τον ρατσισμό της ηλιοκαμένης Κου-Κλουξ-Κλαν, τον μαρτυρικό κνησμό και την συνακόλουθη ασπρίλα. Αλλά είχα αποφασίσει να αντισταθώ: θα καθόμουν στην όποια παραλία μέχρι να πάρω χρώμα και ας υπέφερα. Υπήρχαν καλά και κακά νέα: μπορούσα να αντέξω πια την ενοχλητική φαγούρα αλλά απλώς δεν… μαύριζα! Στα πρώτα μπάνια έπαιρνα λίγο χρώμα στον κορμό του σώματος και αυτό ήταν όλο. Και διακόσια μπάνια να έκανα από κει και πέρα το χρώμα μου δεν άλλαζε. Κάτι που δεν άφησαν να περάσει απαρατήρητο οι άλλοι: Τα πειράγματα και η… ενασχόληση με το χρώμα του δέρματός μου επανήλθαν, εγώ ως συνήθως έψαχνα για δικαιολογίες και η ζωή συνεχιζόταν με τα καλοκαίρια να έχουν μετατραπεί και πάλι σε εφιαλτικά για την πεσμένη ούτως ή άλλως ψυχολογία μου. Πήγα ξανά σε δερματολόγους, πήρα εκ νέου προληπτικά φάρμακα, έβαλα αντηλιακό αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε.

Ωσπου μια μέρα γνώρισα τη μέλλουσα γυναίκα μου. Εκείνη αποπειράθηκε να με φροντίσει: πολλά μπάνια αλλά όχι συνεχόμενα, πολύ ψηλός δείκτης προστασίας και το 2001 μαύρισα ελαφρώς. Την επόμενη χρονιά ετοίμαζα τον γάμο μου και αποφασίσαμε με τη σύζυγο να κάνουμε σολάριουμ. Και μαντέψτε: στην τέταρτη επίσκεψη γέμισε το σώμα μου με μεγάλες, αντιαισθητικές φουσκάλες και κατέληξα, παραμονή του γάμου, στο «Ανδρέας Συγγρός» για αντιαλλεργική ένεση…

Αν εξαιρέσουμε αυτή την κακοτυχία, που όμως είχε συνέπειες αφού δεν μπορούσα να πετύχω τεχνητό μαύρισμα και να βγω στις παραλίες, η συνέχεια γράφτηκε κάπως έτσι: αρκετή ηλιοθεραπεία στην αρχή του καλοκαιριού, προσοχή με την εμφάνιση των γνωστών συμπτωμάτων και ένα αξιοπρεπές μαύρισμα. Γνώριζα πλέον ότι δεν ήταν δυνατόν να αποκτήσω το βαθύ, σοκολατί χρώμα των περισσότερων Ελλήνων, ανδρών και γυναικών. Εν τω μεταξύ μεγάλωνα, το χρώμα μου ενδιέφερε ολοένα και λιγότερους και από τη στιγμή που δεν ήμουν πια νέος, έβλεπα όλο και περισσότερους μεσήλικες να έχουν την ίδια… απόχρωση με μένα και κάπως έτσι γράφτηκε το τέλος σε μια περιπέτεια ζωής που άφησε μονάχα την πικρή γεύση τού να είσαι διαφορετικός προς το χειρότερο. Ο,τι δηλαδή απεχθανόταν η ανασφαλής προσωπικότητά μου, η οποία, στην πορεία, θα δεχόταν κι άλλα πισώπλατα χτυπήματα από την τύχη ή μάλλον την ατυχία.

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα.