Ιωάννης Πολέμης

Γιατί, παραπονιάρα καλαμιά,
σύσσωμη παραδέρνεσαι στ’ αγέρι
και βόγκεις μοναχή στην ερημιά,
σαν να σε ξεριζώνει κάποιο χέρι;

Στην ακροποταμιά, πές μου γιατί
ξυλιάζει κούφιο κάθε σου καλάμι,
και σκύβει ορμητικά σαν να ζητεί
να πέσει, να πνιγεί μες το ποτάμι;

Γιατί φλογέρα απ’ το δικό σου αρμό
κι απ’ το κορμί σου το λιγνό κομμένη,
λαλεί και κλαίει με πίκρα και καημό
κι όλο μ’ αναστενάγματα ανασαίνει;

Μη με ρωτάς, διαβάτη. Είναι πικρή
η ενθύμηση του πόνου μου του πρώτου.
Θαρρώ πως βλέπω ακόμα εκεί, αντικρύ,
τον Ναζωραίο επάνω στο σταυρό του!

Σ’ ένα καλάμι μου, ψηλό πολύ,
έδεσαν βιαστικά στεγνό σφουγγάρι,
το πότισαν με ξίδι και χολή
και του ‘δωκαν να πιει, στερνή του χάρη.

Αχ! Από τότε η έρημη θαρρώ
πως βλέπω ένα σφουγγάρι σαν εκείνο
σε κάθε μου καλάμι λυγερό,
κι όλη την πίκρα της χολής του πίνω.