(Οπου ο Ελύτης απόθεσε την Ελευθερία, τη Θάλασσα και τον Ουρανό μας)

Πριν ο βασιλιάς Γουσταύος ο Ε’ δώσει στον Οδυσσέα Ελύτη το βραβείο Νόμπελ 1979 για τη Λογοτεχνία, ο Καρλ Ράγκναρ Γίροφ, μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας, συνέχισε τη λεπτομερή ανάλυση του έργου του Ελύτη:

«…Διαβάστε το «Αξιον Εστί», που από πολλούς θεωρείται ως το πιο αντιπροσωπευτικό έργο του ποιητή. Με τη γεμάτη επιμέλεια σύνθεση και τη μεγαλόπρεπη ρητορική του, το έργο αυτό δεν περιέχει ούτε μια συλλαβή αφημένη στην τύχη. Ή πάρτε το ερωτικό του ποίημα «Το Μονόγραμμα», δομημένο με ευφυή μαθηματικό συλλογισμό, με λίγα όμοιά του στη λογοτεχνία που ξέρουμε.

»…Επίσης η σχέση του Ελύτη προς το άλλο στοιχείο, τον Ελληνικό Μύθο, απαιτεί κάποια διευκρίνιση. Το ότι ο μυθολογικός θησαυρός της Ελλάδος λιώνεται και ξαναχύνεται σε επίκαιρα δυτικοευρωπαϊκά καλούπια είναι κάτι που το έχουμε συνηθίσει. Εχουμε μια Αντιγόνη του Ρακίνα, μια Αντιγόνη του Ανούιγ και θα αποχτήσουμε κι άλλες. Αυτός ο χειρισμός του Μύθου είναι μισητός στον Ελύτη, είναι εξορθολογισμένη καλλιέργεια σε γλάστρες, αγριολούλουδων που βλασταίνουν ελεύθερα έξω στη φύση… Το ποίημά του δεν είναι επανάληψη μύθων από το παρελθόν της Ελλάδος, αλλά διαδικασία δημιουργίας Μύθου.

»Βλέπει την Ελλάδα του με τις πολύτιμες παραδόσεις της, τα ψηλά βουνά της που με τα ονόματά τους και μόνο θυμίζουν σε τι ύψη έφθασε η ανθρώπινη σκέψη σ’ αυτά τα μέρη, στα νερά της, το Αιγαίο, πατρίδα του Ελύτη, που τα κύματά του επί χιλιετηρίδες έβγαλαν στις παραλίες τα δώρα, που μπόρεσε να συλλέξει η Δύση και για τα οποία σεμνύνεται…

» Η Ελλάδα αυτή δίνει στα οράματά του μια υλική γειτνίαση και η βασική ενσάρκωση του Μύθου που είναι το πιστεύω της ποίησής του, είναι ωραίοι, νέοι άνθρωποι που αγαπούν τη ζωή και αλληλοαγαπούνται, κάτω από πλουσιοπάροχο ήλιο, εκεί που παφλάζουν τα κύματα.

»… Αυτούς που θεωρούν ότι κάθε αληθινή ποίηση πρέπει να έχει συνείδηση του καιρού της και να είναι πολιτική πράξη, μπορεί ο ποιητής να τους παραπέμψει στο συναρπαστικό του ποίημα για τον ανθυπολοχαγό που έπεσε στον πόλεμο της Αλβανίας. Ο Ελύτης, και ο ίδιος ανθυπολοχαγός, έτυχε να είναι ένας από τους αξιωματικούς που άνοιξαν την απόρρητη διαταγή για τη γενική επιστράτευση. Βρέθηκε στο μέτωπο κι έλαβε μέρος στον συναρπαστικό και άπελπι αγώνα ενάντια στη συντριπτική υπεροχή των δυνάμεων του Μουσολίνι, και το άσμα του για τον πεσόντα συμπολεμιστή του, που στη μορφή του περικλείεται ο αγώνας της Ελλάδας για την ύπαρξή της, αγώνας που ποτέ δεν τερματίστηκε, είναι ένα θητευμένο ποίημα, θητευμένο κυριολεκτικά και πολύ περισσότερο αμείλικτα απ’ ό,τι συνήθως γνωρίζουν, αυτοί που συχνότατα κραυγάζουν για θητευμένη ποίηση…

Και ο Σουηδός Ακαδημαϊκός κατέληξε:

«Αγαπητέ δάσκαλε,

Δυστυχώς, αναμφίβολα όμως προς ανακούφιση του ακροατηρίου, δεν μιλάω τη γλώσσα σας. Και, όπως λένε οι Αγγλοι, όταν θέλουν να πουν για μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνουν : «Αυτά είναι ελληνικά για μένα». Αλλά η ποίησή σας οπωσδήποτε δεν μας είναι ξένη, γιατί την κουβαλάει η θάλασσα, που ταυτόχρονα είναι η μητέρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η δόξα μας ενσαρκώνεται σ’ αυτή την καταγωγή και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να αναιρέσω τη διάγνωσή σας για την αξιοθρήνητη κατάστασή μας. Εκείνο από το οποίο πάσχουμε δεν είναι καθόλου ο υπερβολικός ρασιοναλισμός μας. Αντίθετα, η νόσος της Δυτικής Ευρώπης είναι ακριβώς ότι ο ρασιοναλισμός χορηγείται με δελτίο (όπως τα σπάνια είδη). Το ελάχιστο που κατέχουμε ακόμη, δεν είναι τα πνευματικά στοιχεία που μας έδωσαν να μάθουμε οι φιλόσοφοί μας της Αναγέννησης. Η διαυγής σοφία και η καθαρά λογική του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, ίσως επίσης του Πρωταγόρα, του Γοργία και του ίδιου του Σωκράτη, αυτές ακριβώς είναι οι ρίζες του ρασιοναλισμού, που εμείς σήμερα βλέπουμε μόνο τα αξιοθρήνητα συντρίμμια του ναυαγίου του.

» Ωστόσο ο Σωκράτης, όταν η λογική δεν του έδωσε το πηδάλιο, άκουσε τη φωνή του δαίμονά του, και, αγαπητέ μετρ, με βαθύτατο σεβασμό ακούσαμε να αντηχεί στην ποίησή μας η ίδια φωνή του μυστηρίου, ο δαίμονας της χώρας σας.

» Χαίρομαι ιδιαίτερα που σας διαβιβάζω τα εγκαρδιότερα συγχαρητήρια της Σουηδικής Ακαδημίας και σας ζητώ να δεχθείτε από τα χέρια της Α. Μ. του βασιλέως, το εφετινό Βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας».

Μιλώντας στο επίσημο γεύμα που δόθηκε μετά την τελετή της απονομής στο Δημαρχιακό Μέγαρο της Στοκχόλμης, ο Οδυσσέας Ελύτης αναφέρθηκε «σ’ αυτή την ανάγκη που αισθάνεται ο άνθρωπος να ανακαλύψει, να γνωρίσει, να μυηθεί σε ό,τι ξεπερνά τις δυνάμεις του». «Είμαστε» είπε, «όλοι δέσμιοι αυτής της δίψας να γνωρίσουμε το «θαύμα», να πιστέψουμε πως το θαύμα συντελείται, φτάνει να είμαστε προετοιμασμένοι γι΄αυτό που περιμένουμε. Αφιερώνοντας σαράντα και πλέον χρόνια της ζωής μου στην ποίηση, δεν έκανα τίποτε άλλο. Διέσχισα θάλασσες του Μύθου. Μαθήτευσα σε διάφορους ρυθμούς. Και να ‘μαι τώρα, σήμερα στον σταθμό της Στοκχόλμης, με μοναδικό κεφάλαιο στα χέρια μου μερικές ελληνικές λέξεις. Είναι ταπεινές, όμως είναι ζωντανές αφού βρίσκονται στα χείλη ενός ολόκληρου λαού. Εχουν ηλικία 3.000 χρόνων. Είναι όμως το ίδιο δροσερές σαν να τις ανέσυρε κανείς μόλις από τη θάλασσα. Ανάμεσα στα βότσαλα και τα φύκια του Αιγαίου, στο ζωηρό γαλάζιο και την απόλυτη διαφάνεια του αιθέρα είναι η λέξη «ουρανός», είναι η λέξη «θάλασσα», είναι η λέξη «ήλιος», είναι η λέξη «ελευθερία». Τις αποθέτω με σεβασμό στα πόδια σας»!

(Πηγή: Εφημερίδα «Η Βραδυνή», Μπέλλα Ηλιοπούλου)