(όπου ο Ελύτης απόθεσε την Ελευθερία, τη θάλασσα και τον ουρανό μας)

Ολη η Ελλάδα μοιράστηκε τη συγκίνηση του Οδυσσέα Ελύτη. Στο ραδιόφωνο ή την Τηλεόραση, όλοι οι Ελληνες έζησαν την ίδια υπερηφάνεια, το ίδιο ρίγος, την ίδια ένταση για τη βράβευση που έγινε στο «Ωντιτόριουμ» του Μεγάρου Συναυλιών της Στοκχόλμης. Ο Οδυσσέας Ελύτης, επίσημα πια Νομπελίστας, σαν ένας πραγματικός «Ηλιος ο πρώτος», έδωσε σε έναν ολόκληρο λαό το φως και τη ζεστασιά της δικαίωσης. Απλός, μα ταυτόχρονα άψογος κι αρχοντικός, ο ποιητής εναρμονίστηκε απόλυτα με τη λαμπρότητα της αίθουσας και της τελετής. Το βασιλικό ζευγάρι δεξιά του, συνδύαζε νιάτα, ομορφιά κι επισημότητα μαζί. Πίσω τους καθισμένοι οι καθηγητές – εισηγητές του Ιδρύματος Νόμπελ. Αριστερά του, οι δέκα στους οποίους απονεμήθηκαν τα βραβεία.

Οι φακοί της τηλεοράσεως και τα ερτζιανά έφεραν σ’ όλη την υφήλιο το μεγαλείο της απονομής.

Και ο Οδυσσέας Ελύτης, αξιοπρεπής, με τη συγκίνηση να φαίνεται σε κάποιες αμυδρές συσπάσεις των χειλιών του, με τον Μεγαλόσταυρο και το παράσημο που του χάρισε η δράση και η συμμετοχή του στα αλβανικά βουνά, ήταν τις στιγμές εκείνες όλη η Ελλάδα, με τους υάκινθους, που τόσο ύμνησε, όλο το «Αξιον Εστί» με το φως και το μεγαλείο του.

Νόμπελ Φυσικής, Νόμπελ Χημείας, Νόμπελ Ιατρικής. Κι ύστερα η σειρά της Λογοτεχνίας. Τα τρία πρώτα τα μοιράστηκαν. Το επόμενο ανήκε εξ ολοκλήρου στον ποιητή, στην Ελλάδα… Τεράστια η αξία του. Τεράστια και η σημασία που δόθηκε, καθώς η εισήγηση του Καρλ Ρόγκνορ Γίροφ πριν από την απονομή δεν ήταν μονάχα ένας έπαινος για την προσφορά του βραβευμένου, αλλά μια πλήρης ανάλυση του έργου του Ελύτη, που κράτησε περισσότερο από 15 λεπτά. Συγκεκριμένα, ο Γίροφ, μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας, είπε, πριν ο βασιλιάς της Σουηδίας Κάρολος Γουσταύος ο Ε’ δώσει στον Ελύτη το βραβείο Νόμπελ 1979 για τη Λογοτεχνία:

«Μεγαλειότατε, Υψηλότατοι, Κυρίες και Κύριοι,

Οταν ο Γιώργος Σεφέρης, συμπατριώτης του τιμώμενου φέτος με το Βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας, το 1963, ήλθε εδώ για να λάβει την ίδια διάκριση, κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο, πρόσφερε στον τότε Γραμματέα της Σουηδικής Ακαδημίας και τον εκτελούντα εκείνο το χειμώνα χρέη διευθυντή, από ένα μπουκέτο υάκινθους, για να τα δώσουν στις γυναίκες τους. Τα άνθη τα είχε συλλέξει με τα χέρια του στον Υμηττό, το βουνό, που η Αφροδίτη είχε τη θαυματουργή πηγή της κι όπου ο υάκινθος απ’ την αρχαιότητα φυτρώνει τόσο πλούσια που κάνει όλο το βουνό να μοσχομυρίζει.

Η θύμηση του επεισοδίου αναδύεται από μόνη της, τώρα που έχουμε τη χαρά να καλωσορίσουμε τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Ελληνα συγγραφέα, που όντας νέος μπήκε στον στίβο της Λογοτεχνίας με τη συλλογή «Συναυλία των υακίνθων», όπου απευθύνεται στην αγαπημένη του λέγοντας: «Πάρε μαζί σου το φως των υακίνθων και βάφτισέ το στην πηγή της μέρας» και την διαβεβαιώνει πως: «Οταν αστράφτεις στον ήλιο που γλιστράει επάνω σου σταγόνες κι αθάνατους υακίνθους , και σιωπές, εγώ σ’ ονομάζω μόνη πραγματικότητα».

«Αλλά υπάρχει ένας αμεσότερος λόγος για να φέρουμε σήμερα στη μνήμη μας εκείνη την ιπποτική χειρονομία στο αφιλόξενο χιονόνερο του αεροδρομίου. Οι υάκινθοι που μας πρόσφερε ο Σεφέρης δεν έμοιαζαν μ’ αυτούς που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Κι έγιναν νιόκοποι όπως ήταν, σύμβολα όχι μόνο μιας από μετεωρολογική άποψη διαφοράς κλίματος ανάμεσα στον ηλιόλουστο νότο του δότη και τον δικό μας χιονισμένο βορρά. Αν ο Ελύτης, ο ποιητής της «Συναυλίας των υακίνθων», θα ‘θελε να πάρει το άνθος αυτό σαν μια από τις αναλογίες ανάμεσα σε περιβάλλον και εμπειρία, θα μπορούσε νάχει πει ότι τα λουλούδια που καλλιεργούμε στις γλάστρες και τα παρτέρια μας, είναι ο εξορθολογισμός που εφάρμοσε η δυτικοευρωπαϊκή κουλτούρα σε κάτι, που στην πατρίδα του φύεται έξω στο ύπαιθρο κι από κει έχει την άφθαρτη ομορφιά του. Σ’ αυτή αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος των γραφτών του κι ένα διαρκώς επανερχόμενο θέμα στο έργο του είναι ακριβώς η συνηθισμένη από τη Δυτική Ευρώπη παρεξήγηση όλης αυτής της ιδιορρυθμίας και του κόσμου των παραστάσεων, των οποίων αυτός είναι νόμιμος κληρονόμος»

Και λίγο αργότερα ο Γίρωφ υπογράμμισε: «… Σε μια σύντομη παρουσίαση ενός δυσπρόσιτου ποιητή θάπρεπε πρώτα απ’ όλα να τονισθεί η σχέση του προς τα δύο στοιχεία, τον Υπερρεαλισμό και το Μύθο. Αυτό δεν είναι τόσο εύκολο όσο φαίνεται. Πάνω σ’ αυτό έχει κανείς τα ίδια τα λόγια του ποιητή: «Θεωρούσα τον Υπερρεαλισμό, σαν το ύστατο μέσο παροχής οξυγόνου σ’ έναν θνήσκοντα κόσμο, εν πάση περιπτώσει θνήσκοντα στην Ευρώπη». Από την άλλη μεριά ισχυρίζεται κατηγορηματικά ότι: «Στη σχολή του Υπερρεαλισμού ποτέ δεν υπήρξα μαθητευόμενος». Και πραγματικά δεν υπήρξε. Ο Ελύτης παίρνει κατηγορηματικά αρνητική στάση απέναντι στη θεμελιακή ποιητική του Υπερρεαλισμού, την αυτόματη γραφή με τις χειμαρρώδεις συμπτώσεις των νοηματικών αλληλουχιών. Τα εξερευνητικά του ταξίδια στις εκφραστικές δυνατότητες της ποίησης φθάνουν μέχρι τους αντίποδες του Υπερρεαλισμού. Ακόμη κι αν η βίαιη διακήρυξη του Υπερρεαλισμού για μέχρι στιγμής αδοκίμαστους συνδυασμούς απελευθέρωσε την πέννα του, είναι αυτός ο άνθρωπος της αυστηρής μορφής, ο μετρ της μεθοδικής δημιουργίας.

(Πηγή: Εφημερίδα «Η Βραδυνή», Μπέλλα Μηλοπούλου)

(Συνεχίζεται)