Η καταστροφή του Costa Concordia: Πώς το ανθρώπινο λάθος το έκανε χειρότερο

Ενας καπετάνιος και το πλήρωμά του έθεσαν αναίτια σε κίνδυνο τις ζωές όσων επέβαιναν στο πλοίο.

Πολλές διάσημες ναυτικές καταστροφές συμβαίνουν ανοιχτά στη θάλασσα, αλλά στις 13 Ιανουαρίου 2012, το Costa Concordia ναυάγησε έξω από τις ακτές ενός ιταλικού νησιού σε σχετικά ρηχά νερά. Από την αναπόφευκτη καταστροφή έχασαν τη ζωή τους 32 άνθρωποι και τραυματίστηκαν σοβαρά πολλοί άλλοι, ενώ οι ερευνητές αναρωτιούνται: Γιατί το πολυτελές κρουαζιερόπλοιο έπλεε τόσο κοντά στην ακτή;

Κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε, οι εισαγγελείς πρότειναν μια εξήγηση έτοιμη για τα ταμπλόιντ: Ο παντρεμένος καπετάνιος του πλοίου έπλευσε τόσο κοντά στο νησί για να εντυπωσιάσει μια πολύ νεότερη μολδαβή χορεύτρια με την οποία διατηρούσε δεσμό!

Το αν ο καπετάνιος Francesco Schettino προσπαθούσε ή όχι να εντυπωσιάσει τη φίλη του είναι συζητήσιμο. (Ο Schettino επέμενε ότι το πλοίο έπλεε κοντά στην ακτή για να χαιρετήσει τους άλλους ναυτικούς και να δώσει στους επιβάτες καλή θέα). Αλλά όποιος και αν ήταν ο λόγος που πλησίασε πολύ κοντά, τα ιταλικά δικαστήρια έκριναν ότι ο καπετάνιος, τέσσερα μέλη του πληρώματος και ένας υπάλληλος της εταιρείας του πλοίου, της Costa Crociere (που ανήκει στην Carnival Corporation), ήταν υπαίτιοι για την πρόκληση της καταστροφής και την παρεμπόδιση της ασφαλούς εκκένωσης. Για το ναυάγιο δεν έφταιγε ο απροσδόκητος καιρός ή η δυσλειτουργία του πλοίου – ήταν μια καταστροφή που προκλήθηκε εξ ολοκλήρου από μια σειρά ανθρώπινων λαθών.

«Κάθε φορά που έχουμε ένα περιστατικό παρόμοιο με το Concordia, δεν υπάρχει ποτέ… ένας μόνο αιτιολογικός παράγοντας», λέει ο Brad Schoenwald, ανώτερος επιθεωρητής ναυτιλίας στην ακτοφυλακή των Ηνωμένων Πολιτειών. «Είναι γενικά μια αλληλουχία γεγονότων, πράγματα που παρατάσσονται με άσχημο τρόπο και τελικά δημιουργούν αυτό το περιστατικό»

Ναυάγιο κοντά στην ακτή

Τεχνικοί περνούν με μια μικρή βάρκα κοντά στο ναυαγισμένο κρουαζιερόπλοιο Costa Concordia που βρίσκεται στη στεριά μπροστά από τη νησίδα Isola del Giglio στις 26 Ιανουαρίου 2012, αφού προσέκρουσε σε υποθαλάσσιους βράχους στις 13 Ιανουαρίου.

Το Concordia επρόκειτο να μεταφέρει επιβάτες σε επταήμερη ιταλική κρουαζιέρα από την Τσιβιταβέκια στη Σαβόνα. Αλλά όταν παρεξέκλινε από την προγραμματισμένη πορεία του για να πλεύσει πιο κοντά στο νησί Giglio, το πλοίο προσέκρουσε σε έναν ύφαλο γνωστό ως Scole Rocks. Η σύγκρουση προκάλεσε ζημιές στο πλοίο, επιτρέποντας τη διείσδυση νερού και θέτοντας σε κίνδυνο τους 4.229 επιβαίνοντες.

Η πλεύση κοντά στην ακτή για να δώσουν στους επιβάτες μια ωραία θέα ή να χαιρετήσουν άλλους ναυτικούς είναι γνωστή ως «sail-by» και δεν είναι σαφές πόσο συχνά τα κρουαζιερόπλοια εκτελούν αυτούς τους ελιγμούς. Ορισμένοι θεωρούν ότι αποτελούν επικίνδυνες παρεκκλίσεις από τις προγραμματισμένες διαδρομές. Στην ερευνητική του έκθεση για την καταστροφή του 2012, το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών της Ιταλίας διαπίστωσε ότι το Concordia «έπλεε πολύ κοντά στην ακτογραμμή, σε μια κακώς φωτισμένη περιοχή της ακτής… σε μη ασφαλή απόσταση τη νύχτα και με μεγάλη ταχύτητα (15,5 χλμ.)»

Στη δίκη του, ο καπετάνιος Schettino κατηγόρησε για το ναυάγιο τον πηδαλιούχο Jacob Rusli Bin, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι αντέδρασε λανθασμένα στις εντολές του- και υποστήριξε ότι αν ο πηδαλιούχος είχε αντιδράσει σωστά και γρήγορα, το πλοίο δεν θα είχε ναυαγήσει. Ωστόσο, ένας ναύαρχος του ιταλικού ναυτικού κατέθεσε στο δικαστήριο ότι, παρόλο που ο πηδαλιούχος άργησε να εκτελέσει τις εντολές του καπετάνιου, «το δυστύχημα θα είχε συμβεί ούτως ή άλλως». (Ο πηδαλιούχος ήταν ένα από τα τέσσερα μέλη του πληρώματος που καταδικάστηκαν στο δικαστήριο για συμβολή στην καταστροφή.)

Μια αμφισβητήσιμη εκκένωση

Ο πρώην καπετάνιος του Costa Concordia Francesco Schettino μιλάει στους δημοσιογράφους αφού επιβιβάστηκε στο πλοίο με την ομάδα εμπειρογνωμόνων που επιθεωρεί το ναυάγιο στις 27 Φεβρουαρίου 2014 στην Isola del Giglio της Ιταλίας. Ο ιταλός καπετάνιος επέστρεψε στο ναυάγιο για πρώτη φορά μετά τη βύθιση του κρουαζιερόπλοιου στις 13 Ιανουαρίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης του για ανθρωποκτονία από αμέλεια και εγκατάλειψη του πλοίου.

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη δίκη του Schettino δείχνουν ότι η ασφάλεια των επιβατών και του πληρώματός του δεν ήταν η υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητά του καθώς αξιολογούσε τις ζημιές στο Concordia. Η πρόσκρουση και η διαρροή νερού προκάλεσαν ηλεκτρικό μπλακάουτ στο πλοίο και μια καταγεγραμμένη τηλεφωνική συνομιλία με τον συντονιστή κρίσεων της Costa Crociere, Roberto Ferrarini, δείχνει ότι προσπάθησε να υποβαθμίσει και να καλύψει τις πράξεις του λέγοντας ότι το μπλακάουτ ήταν αυτό που πραγματικά προκάλεσε το ατύχημα.

«Εκανα ένα χάος και πρακτικά όλο το πλοίο πλημμύρισε», είπε ο Schettino στον Ferrarini ενώ το πλοίο βυθιζόταν. «Τι να πω στα μέσα ενημέρωσης… Στις λιμενικές αρχές είπα ότι είχαμε… μπλακ άουτ». (Ο Φεραρίνι καταδικάστηκε αργότερα για συμβολή στην καταστροφή καθυστερώντας τις επιχειρήσεις διάσωσης).

Ο Schettino δεν ειδοποίησε επίσης αμέσως την Ιταλική Αρχή Ερευνας και Διάσωσης για το ατύχημα. Η πρόσκρουση στους βράχους Scole έγινε περίπου στις 9:45 μ. μ. τοπική ώρα και το πρώτο άτομο που επικοινώνησε με τους αξιωματούχους διάσωσης για το πλοίο ήταν κάποιος στην ακτή, σύμφωνα με την έκθεση έρευνας. Η υπηρεσία έρευνας και διάσωσης επικοινώνησε με το πλοίο λίγα λεπτά μετά τις 10:00 μ. μ., αλλά ο Schettino δεν τους είπε τι είχε συμβεί για περίπου 20 λεπτά ακόμη.

Λίγο περισσότερο από μία ώρα μετά τη σύγκρουση, το πλήρωμα άρχισε να εκκενώνει το πλοίο. Ομως η έκθεση σημείωσε ότι ορισμένοι επιβάτες κατέθεσαν ότι δεν άκουσαν τον συναγερμό για να προχωρήσουν στις σωσίβιες λέμβους. Η εκκένωση έγινε ακόμη πιο χαοτική λόγω της μεγάλης κλίσης του πλοίου προς τα δεξιά, που έκανε το περπάτημα στο εσωτερικό πολύ δύσκολο και το κατέβασμα των σωσίβιων λέμβων από τη μία πλευρά, σχεδόν αδύνατο. Κάνοντας τα πράγματα χειρότερα, το πλήρωμα είχε ρίξει λανθασμένα την άγκυρα, με αποτέλεσμα το πλοίο να αναποδογυρίσει ακόμη πιο δραματικά.

Μέσα στη σύγχυση, ο καπετάνιος κατάφερε με κάποιον τρόπο να μπει σε μια σωσίβια λέμβο πριν όλοι οι άλλοι βγουν. Ενα μέλος της ακτοφυλακής τού είπε θυμωμένα στο τηλέφωνο: «Γύρνα πίσω στο πλοίο, γαμώτο!» – ένα ηχογραφημένο ηχητικό απόσπασμα που έγινε σλόγκαν για μπλουζάκια στην Ιταλία.

Ο Schettino υποστήριξε ότι έπεσε στη σωσίβια λέμβο λόγω του ότι το πλοίο έγειρε προς τη μία πλευρά, αλλά το επιχείρημα αυτό δεν αποδείχθηκε πειστικό. Το 2015, δικαστήριο έκρινε τον Schettino ένοχο για ανθρωποκτονία, πρόκληση ναυαγίου, εγκατάλειψη του πλοίου πριν εκκενωθούν οι επιβάτες και το πλήρωμα και ψέματα στις αρχές σχετικά με την καταστροφή. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 16 ετών. Εκτός από τους Schettino, Ferrarini και Rusli Bin, τα άλλα άτομα που καταδικάστηκαν για το ρόλο τους στην καταστροφή ήταν ο διευθυντής υπηρεσίας καμπίνας Manrico Giampedroni, ο πρώτος αξιωματικός Ciro Ambrosio και η τρίτη αξιωματικός Silvia Coronica.