Ο φίλος μου ο Νικόλας δεν διακρίνεται για τα… εκλεκτά μέρη που επιλέγει για τη «διασκέδασή μας». Στη χειρότερη πρόκειται για στριπτιζάδικα και στην καλύτερη για κλαμπ στο Μπουρνάζι, όπου εκείνο που παρατηρείς με την είσοδό σου είναι η χαμηλή στάθμη του κόσμου, ενώ υπάρχουν κι εκείνοι που απλώς δεν μπορούν να… κατηγοριοποιηθούν! Εκεί μέσα έχω δει και άνθρωπο να έρχεται με τη φόρμα εργασίας τού… συνεργείου!

Αλλά αυτό το άχαρο μέρος είχε και τα καλά του: Μια μπαργούμαν που την έλεγαν Μαρία ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Αριστοκρατική φυσιογνωμία, μοντέρνο ντύσιμο, μοδάτο στυλ και αναρωτιόσουν τι γυρεύει μια τέτοια κοπέλα σε αυτό το απωθητικό μέρος. Την κοίταζα συνέχεια από το τραπέζι μου: έπινε μονάχα κόκα-κόλα, δεν κάπνιζε και κάπου εκεί σκέφθηκα: «Ρένο, μπαίνουμε πάλι σε αχαρτογράφητα νερά με σίγουρους μπελάδες…». Αναφέρομαι στο 2016-η κοπέλα ήταν τότε περίπου 25, θα τριανταρίζει σήμερα. Το μυαλό μου γίνεται ιδιαίτερα παραγωγικό όταν πρόκειται για γυναίκες αλλά καμιά φορά χρειάζεται να δοκιμάσεις και παλιές συνταγές που κρίνεις επιτυχημένες.

Ετσι, την παρακολούθησα μια μέρα να φεύγει με ένα λευκό Smart και συγκράτησα τον αριθμό (παλιά μου τέχνη κόσκινο…). Τα υπόλοιπα ήταν εύκολα, αρκεί να απευθυνθείς στους κατάλληλους ανθρώπους-αυτό και έκανα. Η Μαρία έμενε σε ένα φτωχικό σπίτι στο Χαϊδάρι. Αλλά, όπως πάντα, δεν με ενδιέφερε η οικονομική κατάσταση του κοριτσιού που μου είχε κλέψει την καρδιά. Κι αφού το ενδιαφέρον μου φούντωνε καθημερινά όλο και περισσότερο και αυτό το μαγαζί μετατράπηκε σε στέκι μου. Και έπειτα ήρθε η ώρα της πρωτοβουλίας με τον γνωστό τρόπο που παρέπεμπε στη Γιάννα από τη Λήμνο: αποστολή λουλουδιών με τον ανθοπώλη των δύσκολων αποστολών, συνοδευόμενα από φωτογραφία μου σε παιδική ηλικία και άμεση πρόκληση-πρόσκληση να με αναγνωρίσει. Τα υπόλοιπα φαντάζουν πολύ γνωστά: Αποκάλυψη της ταυτότητάς μου σε σύντομο χρονικό διάστημα και βήμα-βήμα προσεκτική προσέγγιση για να μην τρομάξει αλλά να πάρει και το μήνυμα. Κάπως έτσι έμαθα το επίθετό της και τη βρήκα στο facebook. Δεν χρειαζόντουσαν φωτογραφίες για να αντιληφθώ πως η Μαρία ήταν εκπάγλου καλλονής. Απλώς στάθηκα σε κάτι που μου φάνηκε περίεργο: είχε συνέχεια στιγμιότυπα με κουνέλια-θα μέτρησα τουλάχιστον τρία!!! Το γεγονός πως υπάρχει Pet-City στη γειτονιά μου και είχε έρθει η ώρα για τη μεγάλη κίνηση σας αποκαλύπτει φαντάζομαι και το επόμενο βήμα μου: Της αγόρασα ένα γλυκύτατο γκρι κουνελάκι, πήρα και έναν σάκο με τροφή και κατευθύνθηκα στο Μπουρνάζι. Στο κλαμπ υπήρχαν μόνο οι υπάλληλοι, οπότε το έργο μου έγινε ευκολότερο. Είχα τοποθετήσει και μια καρτούλα που έγραφε (σαν να μίλαγε το κουνελάκι): «Είμαι ο Μαρζού, ανυπομονώ να σε γνωρίσω, Μαράκι. Και το όνομα Μαρζού; Είχε προφανώς να κάνει με το ονοματεπώνυμό της. Η Μαρία ξετρελάθηκε. Με ακολούθησε στο αυτοκίνητο για να πάρουμε από το πορτ-μπαγκάζ την τροφή και στη συνέχεια αναλωθήκαμε σε διάφορες συζητήσεις. Το… πέσιμο ήταν τρυφερό και αγαπησιάρικο θέλω να πιστεύω και το Μαράκι είχε δείξει στο πάρκινγκ του κλαμπ σημάδια ότι «λυγίζει». Και φυσικά εκείνη την ώρα παρουσιάστηκε ο γνωστός Ρένος που μαζεύει στάλα-στάλα το γάλα στην καρδάρα και μετά δίνει μια κλωτσιά και διαλύει κάθε ειδυλλιακή κατάσταση. Οσον αφορά τη Μαρία, αρκούσε πιστεύω μια πρόσκληση να μπούμε μέσα στο αμάξι μου ή και στο δικό της και να της εκμυστηρευθώ όσα ένιωθα για εκείνη. Είναι η περίπτωση που ρισκάρεις το… χαστούκι αλλά αν πάνε όλα καλά βγαίνεις από το αυτοκίνητο με τη γεύση της Μαρίας στο στόμα σου…

Εκείνο το βράδυ όμως η υπόθεση «Μαρία» θα είχε ένα απροσδόκητο τέλος. Ενώ η αρχή της βραδιάς προμήνυε τον «Πυρετό το σαββατόβραδο», ξαφνικά, η Μαρία που αφιέρωσε όλο σχεδόν το βράδυ στην αφεντιά μου άλλαξε άρδην: Εγινε παγωμένη, ενοχλημένη, διστακτική. Το μήνυμα το πήρα και ήταν σαφές: ως εκεί…

Εφυγα φανερά εκνευρισμένος από το μαγαζί. Προσπαθούσα να καταλάβω τι μεσολάβησε και η χαρωπή Μαρία των 21.00 μετατράπηκε στην αδιάφορη Μαρία των 03.00. Μέχρι τώρα δεν έχω αναφέρει κάποιο πιθανό δεσμό της κούκλας του κλαμπ. Αλλά είχα μείνει στη διαβεβαίωσή της πως ήταν μόνη και δεν την ενδιέφερε να κάνει οικογένεια. Στην πραγματικότητα συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο: Η κοπέλα ήταν δεσμευμένη με πολύχρονο δεσμό και όδευε ολοταχώς για τον γάμο και τα παιδιά. Δεν θυμάμαι ποιος με ενημέρωσε. Και η λύση του προβλήματος ήταν μπροστά μου: Προφανώς ο τύπος εμφανίστηκε στο κλαμπ-ίσως να κάθισε και απέναντί μου. Τι εξηγήσεις θα έδινε η Μαρία που ψευδόταν ασύστολα σε μένα αλλά προφανώς δεν είχε πει τίποτα για… κουνέλια σε εκείνον;

Εκανα μια τελευταία απόπειρα να την προσεγγίσω στο σπίτι της. Η μητέρα της-παρατηρώντας προφανώς και τη διαφορά ηλικίας-με ρώτησε ευθέως: «Τι θέλετε από την κόρη μου κ. Μπαλή;». «Μαμά», της απάντησα με χιούμορ, «η κόρη σας είναι ένα λουλούδι που ανθίζει μέσα στη νύχτα-πώς να αντισταθώ;». Η Μαρία είχε βγει στο παράθυρο της ισόγειας κατοικίας, της έπιασα τρυφερά το χέρι και την αποχαιρέτησα. Το παιχνίδι ήταν χαμένο εξαρχής.

Δεν κρατάω κακία στη Μαρία. Είδα τον δεσμό της σαν μια ευκαιρία να γλιτώσει από τη νύχτα (αλλά και την ανέχεια). Προφανώς το λευκό Smart για άλλο σπίτι προετοίμαζε. Και νομίζω πως ο δικός της ένα δωράκι θα της το έκανε. Ο Ρένος Μπαλής έπρεπε να φύγει μακριά και αυτό ακριβώς έκανα…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ