Θαυμάζω τους ηλικιωμένους

που ζουν μόνοι τους με μια γάτα συντροφιά

και πεθαίνουν μόνοι τους ένα αυγουστιάτικο δειλινό.

Που περνάνε μέρες μέχρι ν’ ανακαλύψουν το θάνατό τους΄

οι γείτονες πιστεύουν ότι λείπουν σε διακοπές
ο ταχυδρόμος ρίχνει τους λογαριασμούς κάτω απ’ την πόρτα

κι η σύνταξη του μήνα καταβάλλεται κανονικά απ’ την τράπεζα.

 

Θαυμάζω τους ηλικιωμένους

που δε φοβήθηκαν τη μοναξιά

που συμφιλιώθηκαν με τον εαυτό τους

που προτίμησαν την ελευθερία απ’ την υποταγή.

Οι μέρες τους περνούσαν φυσιολογικά:

τις Κυριακές στην εκκλησία

τις Τετάρτες στη λαϊκή

τα Σάββατα στο θέατρο

τα καλοκαίρια στην Αιδηψό΄

οι νύχτες τους όμως ήταν μια άσκηση θανάτου.

Κάποτε τους επισκέπτονταν κάτι μακρινά ανίψια

που κάθονταν λίγο και μετά έφευγαν

απορροφημένοι απ’ τις δουλειές τους.

Με τους γείτονες έλεγαν μια καλημέρα – τίποτα παραπάνω.

Σ’ ένα δωμάτιο παλιό, γεμάτο μνήμες ζούσαν.

Εδώ γνώρισαν τον πρώτο έρωτα

που τις περισσότερες φορές ήταν κι ο τελευταίος.

Θυμούνται τις ετοιμασίες που έκαναν

και το χτυποκάρδι όταν πλησίαζε η ώρα της συνάντησης.

 

Τώρα πια ετοιμάζονται για τη Μεγάλη Ώρα

που από μικροί ξόρκιζαν με χίλιους τρόπους.

Έχουν βάλει τα καλά τους ρούχα σε μια κρεμάστρα

και πάνω στο μπαούλο κάτι άσπρα σεντόνια σιδερωμένα.

Έχουν σφουγγαρίσει το πάτωμα κι έχουν πλύνει τα πιάτα

οι κατσαρόλες τακτοποιημένες στη σειρά

η κουζίνα μυρίζει θυμάρι και δεντρολίβανο.

Η μόνη τους έννοια είναι τι θ’ απογίνουν

οι δυο λεμονιές στην αυλή κι ο βασιλικός στο περβάζι.

 

Θαυμάζω τους ανθρώπους

που δε ζήτησαν πολλά απ’ τη ζωή τους

μόνο μια γάτα, δυο δέντρα και λευτεριά.

 

Γιώργος Γκανέλης

Από τη συλλογή ‘’Χρεοκοπία ιδεών’’ (2014)