H καρδιά μου εξακολουθεί να είναι αιχμάλωτη του παρελθόντος και οι αναμνήσεις ξεπηδούν από εκεί που κρύβονταν:

Στο παλιό Σουφλί του περασμένου αιώνα γίνονταν συχνά πυρκαγιές, προκαλούμενες, συνήθως, από τις ανοιχτές φωτιές των σπιτιών – όπως τζάκια, μαγκάλια, «φουφούδες», «γκαζιέρες» –  ή και τις ακαθάριστες καπνοδόχους από τις εσωτερικές τους κάπνες.

Η κατάσβεση μιας φωτιάς δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Τρεχούμενο νερό διέθεταν μόνο οι ελάχιστες βρύσες στις πλατείες, που κι αυτές, όμως, άνοιγαν (στην καλύτερη περίπτωση) μόνο λίγες ώρες την ημέρα. Την πλέον πρόσφορη λύση εξεύρεσης νερού κατάσβεσης παρείχαν τα πηγάδια στις αυλές των σπιτιών. Ούτε συζήτηση για «Πυροσβεστική Υπηρεσία» εκείνη την εποχή. Ρόλο πυροσβεστών έπαιζαν οι κάτοικοι, συνεπικουρούμενοι και από τα στρατευμένα νιάτα. Τα μοναδικά πυροσβεστικά τεχνικά μέσα ήταν οι δύο, φορητές και χειροκίνητες, «τουλούμπες» (σ.σ.: αντλίες) των εκκλησιών των δύο ενοριών, του Αγ. Αθανασίου στην «Καρκατσελιά» και του Αγ. Γεωργίου στην «Καμπιά». Αυτές μεταφέρονταν, με τα χέρια, στην περιοχή που εκδηλωνόταν η πυρκαγιά. Συνδέονταν οι πυροσβεστικές μάνικες και οι αντλίες γέμιζαν συνέχεια με νερό, που μεταφερόταν με κουβάδες από τα γειτονικά πηγάδια, με «ανθρώπινες αλυσίδες», χέρι με χέρι. Δύο αντικριστά άτομα χειρίζονταν την εμβολοφόρο παλινδρομική αντλία, θέτοντάς την σε κίνηση με τους χειρομοχλούς. Στο όλο εγχείρημα επιστρατεύονταν άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, πρόθυμοι όλοι να βοηθήσουν.

Επειδή, όμως, ο πρωτόγονος αυτός πυροσβεστικός τρόπος ήταν ανεπαρκής να εξοντώσει τις γιγάντιες και αγριεμένες πύρινες γλώσσες, μια δραστική μέθοδος ήταν το γκρέμισμα των ημιφλεγόμενων ξύλινων στεγών  των γειτονικών κτισμάτων. Την υποχρέωση αυτή την εκτελούσαν εθελοντικά οι λεβέντες νέοι, που, αψηφώντας την ασφάλειά τους, σκαρφάλωναν στις στέγες σαν αίλουροι, καταστρέφοντάς τες με κασμάδες και λοιπά μέσα. Η φωτιά όμως μαινόταν από δίπλα ή και από κάτω, οπότε συχνά έπεφτε φλεγόμενο και το ξύλινο πάτωμα μαζί με τη σκεπή, συμπαρασύροντας και τον εθελοντή. Σε μια άλλη πυρκαγιά – ακριβώς απέναντι από το σπίτι του θείου μου, δάσκαλου Χριστόδουλου Γλύστρα – ένας νεαρός εθελοντής στρατιώτης κατέπεσε στο φλεγόμενο ισόγειο, υποστείς σοβαρά τραύματα και εγκαύματα.

…………………………………………………………………………………………….

Ήταν μια γαλήνια νύχτα, στην αρχική καμπή της δεκαετίας του 1950. Με το σούρουπο, σιγά – σιγά άδειαζε η αγορά με την ολοζώντανη βόλτα της και τα μαγαζιά κατέβαζαν τα γραφικά ρολά τους, από κυματοειδή λαμαρίνα, χαρακτηριστικό και αυτό εκείνης της νοσταλγικής εποχής. Αντιθέτως, τα παλιά κτίσματα, που δεν διέθεταν τέτοιες πολυτέλειες, φορούσαν το νυχτερινό τους προστατευτικό πέπλο από, παράλληλα τοποθετημένες, ξύλινες γαλάζιες σανίδες, ασφαλισμένες με οριζόντιες σιδερόβεργες.

Σε λίγο, η νύχτα άρχισε να επιβάλλει τη σιωπή της, με το πυκνό σκοτάδι να καταβροχθίζει, ένα – ένα, τα αμυδρά φωτισμένα παράθυρα.

Εμείς, όμως, άλλα σχέδια είχαμε. Ολόκληρες οικογένειες μαζευτήκαμε για «νυχτέριο» σε γειτονικό σπίτι στη «Γελαδαρά». Ο οίνος έρρεε για τους μεγάλους, τα μεζελίκια καταβροχθίζονταν τελετουργικά, το τραγούδι ήταν στο φόρτε του, ο χορός είχε ανάψει. Εμείς, τα παιδιά, παίζαμε σε άλλο δωμάτιο «πάρτα όλα» και «μη θυμώνεις άνθρωπε»…..

….Ξαφνικά, το ήρεμο πέπλο της νύχτας ξεσκίστηκε από τις μανιασμένες κωδωνοκρουσίες των δύο εκκλησιών. Ο χορός σταμάτησε, το τραγούδι διακόπηκε, η περιέργεια άναψε. Βγήκαμε έξω. Μα τι συμβαίνει;…

«Γιανγκ΄ν’! (σ.σ. τουρκ. πυρκαγιά) Καίγητει ούλου του παζάρ!», ούρλιαζαν αλλόφρονες περαστικοί με τους κουβάδες τους, σ’ ένα άγριο ποδοβολητό.

Με δέος αντικρίσαμε ένα κατάμαυρο απ’ τον καπνό ουρανό, που τον έτρωγαν λαίμαργες και πεινασμένες για καταστροφή θεόρατες πύρινες γλώσσες, που έκαναν τη νύχτα μέρα με την εκτυφλωτική τους λάμψη.

Σε λίγο ήρθε και το μαντάτο στο αυτί του οικοδεσπότη μας από κάποιον ασθμαίνοντα:

Η πυρκαγιά ξεκίνησε από το μαγαζί του και ξεχυνόταν τώρα ακάθεκτη στα γειτονικά κτίρια. Εκείνος το αντιμετώπισε ψύχραιμα, όμως με πρόσωπο κάτωχρο.

Ο πατέρας μου, Δημητρός Γλύστρας, φύσει ευαίσθητος, πανικοβλήθηκε. Εκεί κοντά βρισκόταν και το δικό του υποδηματοποιείο. Καταπικραμένοι όλοι σπεύσαμε στον τόπο της τραγωδίας.

Οι δύο πυροσβεστικές «τουλούμπες» είχαν στηθεί. Οι ανθρώπινες αλυσίδες τις τροφοδοτούσαν ακατάπαυστα με κουβάδες πηγαδίσιο νερό. Προς μάτην, όμως.

Το κακό ήταν εκτός ελέγχου. Τα παμπάλαια, γραφικά, μισοξύλινα μαγαζάκια τυλίγονταν το ένα μετά το άλλο στις φλόγες και άφηναν τα αποκαΐδια τους, σαν ανάμνηση ενός «μεγαλείου» που παραδίνει το πνεύμα του, θυσιασμένο από την ανθρώπινη απροσεξία.

Σκέτη κόλαση. Οι προσπάθειες ξηλώματος των γειτονικών στεγών δεν απέδιδαν, αφού στην περιοχή αυτή υπήρχε συσσωρευμένο απίστευτο εύφλεκτο υλικό. Μόνο ένα θαύμα θα μας έσωζε.

Ο γερο-Αποστολούμης συμμετείχε φλεγματικά στο όλο δράμα, ατενίζοντας ψύχραιμα την όλη κατάσταση, ενώ οι φλόγες πλησίαζαν προς το παντοπωλείο του.

Ίσως και να ήλπιζε ότι το γερό κτίσμα του μαγαζιού του θ’ αποτελούσε ασπίδα προστασίας, αποτρέποντας μια βιβλική καταστροφή, όχι μόνο της κεντρικής αγοράς, αλλά και μεγάλου μέρους του Σουφλίου, όπως και έγινε.

Η «επόμενη μέρα» ήταν εφιαλτική: Καπνίζοντα αποκαΐδια, «λίθοι και πλίνθοι και κέραμοι, ατάκτως ερριμμένοι». Τα τελευταία παλιά, παραδοσιακά και κουκλίστικα μαγαζάκια της αγοράς του Σουφλίου μάς αποχαιρέτισαν. Οι πιο λαμπερές «χάντρες» της «μπλάνας» (σ.σ.: περιδέραιου) των καταστημάτων, που κοσμούσε την περήφανη όψη της κωμόπολής μας, καταστράφηκαν για πάντα, από του Αποστολούμη μέχρι (περίπου) το μεζεδοπωλείο «Τα πέντε Φ» (Φέρε, Φίλε, Φίλους, Φάγε, Φύγε!). Δεν θυμάμαι αν γλίτωσε ο αγαπημένος μου φούρνος του Φούσκα.

Ποτέ δε μάθαμε για τα αίτια της τεραστίας εκτάσεως αυτής πυρκαγιάς. Εικασίες υπήρξαν. Τίποτα δεν αποδείχτηκε.

Η καμένη αγορά του Σουφλίου παρέμεινε έτσι, σαν ξεδοντιασμένο στόμα, για χρόνια. Η αποκατάσταση των ζημιών τράβηξε πολύ. Ο πατέρας μου ζήτησε προστασία από το «φρούριο του Αποστολούμη», επιλέγοντας να κτίσει το νέο του υποδηματοποιείο ακριβώς δίπλα του. (Το παλιό του μαγαζί, απέναντι, στην Πλατεία Ηρώων, τη γλίτωσε εκείνο το εφιαλτικό βράδυ). Τα σχέδια του νέου αυτού καταστήματος εκπονήθηκαν από τον τότε φημισμένο Σουφλιώτη, Πολιτικό Μηχανικό Χαράλαμπο Καλπάκα.

Η πρόσοψη ήταν όλη από κρύσταλλο, χωρίς καμία κολόνα, με εντυπωσιακές βιτρίνες.

Τι να το κάνεις, όμως. Σιγά – σιγά κτίστηκαν και τα υπόλοιπα καταστήματα, παράταιρα, χωρίς γενικό σχεδιασμό, κάνοντας ο καθένας του κεφαλιού του. Έτσι, η παλιά συστοιχία καταστημάτων αντικαταστάθηκε από μια σύγχρονη, απρόσωπη και χωρίς σεβασμό προς την παράδοσή μας. Η χαρακτηριστική φυσιογνωμία της αγοράς του Σουφλίου άλλαξε για πάντα.

Και η ζωή, …συνεχίζεται, όπως συνεχίζεται!

Από διηγήσεις του παππού μου Κωνσταντίνου Γλύστρα (κοινώς «Κουσταντό») πληροφορήθηκα ότι επί των ημερών του προκλήθηκαν πολύ άγριες πυρκαγιές στο Σουφλί. Η δική μου, όμως, μαρτυρία χαρακτηρίζει την πυρκαγιά της αγοράς του Σουφλίου σαν την αγριότερη της πολυκύμαντης ζωής μου.

Ας μην ξαναζήσουμε τέτοια!

 

Κώστας Γλύστρας