Τις μέρες του Αυγούστου συναντώ πολλούς μοναχικούς ανθρώπους στην Αθήνα: άλλους να περιφέρονται αναίτια στους δρόμους βυθισμένοι στις σκέψεις τους, άλλους να ξαποσταίνουν σε παγκάκια κάτω από δέντρα ψάχνοντας απεγνωσμένα λίγη σκιά, άλλους μέσα σε λεωφορεία και τραμ με προορισμό κάποια κοντινή παραλία, άλλους το βραδάκι στα θερινά σινεμά, περιποιημένους και καλοντυμένους κι ας μην έχουν δίπλα τους κανέναν να γοητέψουν, άλλους στα απέναντι μπαλκόνια των πολυκατοικιών να κοιτάζουν ώρες ατέλειωτες τ’ αστέρια νομίζοντας πως είναι νησιά κι ο ουρανός θάλασσα.

Από αυτούς άλλοι επέλεξαν να είναι μόνοι και άλλοι αναγκάστηκαν χωρίς να το θέλουν. Για τους πρώτους η μοναξιά είναι δημιουργική, για τους δεύτερους καταστροφική. Η πλειοψηφία των μοναχικών ανθρώπων τον Αύγουστο ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Είναι αυτοί που η φύση και η μοίρα τους φέρθηκε δίχως οίκτο.

Μ’ αρέσει να παρατηρώ την έρημη πόλη και τους λιγοστούς ανθρώπους της τέτοια εποχή. Την αξιοπρέπεια που επιδεικνύουν σε κάθε τους κίνηση, το θλιμμένο βλέμμα τους που κρύβει απουσία ζωής, την απόπειρα να μιλήσουν σε κάποιον λέγοντας έστω μία συγγνώμη επειδή τον σκούντηξαν κατά λάθος μέσα στο μετρό, τα βιαστικά τους βήματα όταν περνούν έξω από ταξιδιωτικά γραφεία.

Η μοναξιά του Αυγούστου δεν έχει χρώμα, ηλικία και φύλο ούτε καταγωγή και μόρφωση. Έχει μονάχα μια μαύρη στάμπα στο μέτωπο για να ξεχωρίζει από μακριά. Είναι βασίλισσα και δούλα, πόρνη και αγία. Κοιτάει τον θάνατο κατάματα και περιμένει ήρεμα να τον βιώσει. Είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας που δεν τόλμησες ποτέ να χαιρετήσεις. Αυτός που όταν τον δεις τον Σεπτέμβριο θα τον προσπεράσεις ως μη κανονικό, ιδιόρρυθμο και μυστικοπαθή. Μέχρι τον επόμενο Αύγουστο που μπορεί να βρεθείς κι εσύ στη θέση του και τότε πια θα είναι πολύ αργά για αλαζονείες και εγωισμούς.

 

Γιώργος Γκανέλης