Δυο πλήκτρα μόνο μουσικής δυο νότες παραπέρα
μια μοναξιά ατέλειωτη χλαμύδα στο κορμί
μια ησυχία θόρυβος ετούτη την εσπέρα
αγάντα η αυγή

γλιστράει η σκέψη μες στο νου χαϊδεύει περασμένα
νεκρή ζωή καντήλι μου αχτίδα μου θολή
δυο γράμματα αδιάβαστα στο ράφι ξεχασμένα
φωνή δεν θ’ακουστεί

μετρώ τους χτύπους ρολογιού κάθε φορά με πάθος
το βάσανο ατέλειωτο μια συντροφιά κενό
απύθμενο πηγάδι μου αμέτρητο το βάθος
και όμως νοσταλγώ

ίσκιος εικόνας η στιγμή μπερδεύει τα σβησμένα
η ομορφιά ορφάνεψε σκοτείνιασ’ η βραδιά
δυο μάτια από κούραση παρέμειναν κλεισμένα
καημός μες στη καρδιά

κι η μοναξιά ερίζωσε δεν λέει πια να φύγει
μια συντροφιά ανύπαρκτη μετράω τους σφυγμούς
χωρίς ντουφέκι έκαμα στη σκέψη μου κυνήγι
αχόρταγος ο νους

ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΜΗΣ