Ιφιγένεια Βαμβακίδου, Καθηγήτρια, Νεότερη Ελληνική Ιστορία και Πολιτισμός, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

ΜΕ ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΜΕ ΣΗΜΕΡΑ 7/11/2021 στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης την νέα ταινία Luger του σκηνοθέτη Κώστα Χαραλάμπους.

Ο σκηνοθέτης πρωτοεμφανίστηκε το 2005, με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, «Αγάπη στα 16», όπου και έλαβε το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη. Αργότερα εντυπωσίασε συγκρουσιακά το κοινό με την πολιτική ταινία «Δεμένη κόκκινη κλωστή» το 2011. Σήμερα πιστός στις πολιτικές και αντικαπιταλιστικές επιλογές, στην πολεμική (Luger= όπλο γερμανικό) και στη βία της πραγματικής ζωής, στις αντρίκιες κυρίαρχες ηγεμονικές μορφές των πρωταγωνιστών, που φροντίζονται και ερωτεύονται από γυναίκες, μάνες, αδελφές, κόρες μάς προσφέρει μια σύγχρονη φιλμική μυθοπλαστική και ιστορική αφήγηση με πολιτικές και κοινωνικές σημάνσεις ιστορικότητας. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν και ολοκληρώθηκαν το 2018, με επίκεντρο την ανατολική Κρήτη (Κριτσά, Φουρνή) και τα τοπία της φύσης και του χωριού μας επιβάλλονται αισθητικά. Ο σπειροειδής χρόνος της φιλμικής αφήγησης μάς προσφέρεται σε διαλεκτική σύνθεση μιας σύγχρονης μικτής αφήγησης ενός documentarydrama.Ο σκηνοθέτης μάς ταξιδεύει και μάς οδηγεί ως ξεναγός και γεωγράφος, ως περιηγητής που κρατά σημειώσεις και φωτογραφίζει τα δρώμενα από το 1950-1985 στην επαρχία της Κρήτης και στην μητρόπολη της Ελλάδας.Μάς μεταφέρει με τη μηχανή του χρόνου, φωτογραφικά και κινηματογραφικά, με το ασπρόμαυρο και το έγχρωμο,με τον ενδυματολογικό κώδικα, με τα πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά μονοπάτια στην τοπική και στην εθνική πολιτική ιστορία, στην κοινωνική ιστορία των ανωνύμων και επωνύμων Ελλήνων του χωριού και της πόλης των δεκαετιών 1950-1960-1985.Η ελληνική οικογενειακή και κοινοτική ιστορία μάς προσφέρεται με σαφή αισθητικά και σημειωτικά περάσματα από το φωτογραφικό ρεαλισμό, το ρομαντισμό και το συμβολισμό, αποδίδοντας το προνεωτερικόαγροτικό/κοινοτικό και μοναστηριακό παραδοσιακό ιστορικό τόπο και την μοντέρνα αστική μητρόπολη. Από την Κατοχή στην ορεινή Κρήτη, από την παιδική και σχολική ηλικία προς την ενηλικίωση των ηρώων και ηρωίδων, από την ανεμελιά, αλλά και τις ανισότητες των παιδιών προς τις ασθένειες, τις νόσους της εποχής, τους θανάτους και τις ορφάνιες.

Μέσα από τις αναπαραστάσεις για την αγροτική κλειστή οικονομική κοινότητα των Κρητικών, τις συνδηλώσεις για τη δικτατορία, τις καταδηλώσεις για τα βασανιστήρια των κομμουνιστών, το αφήγημα για το πατριαρχικό και έμφυλο συγκείμενο της εποχής, προσλαμβάνουμε στοχευμένα, αλλά και με λυρισμό, με την κρητική λαλιά, με την μουσική της ταινίας και μέσα από το απέραντο γαλάζιο, τη βία και τα συγκρουσιακά τραύματα της μεταπολεμικής αντικομμουνιστικήςιστορίας.

Πρόκειται για τη βία του χρήματος, τον μεγαλοαστικό μύθο και πλούτο της ενέργειας, τα ελληνικά πετρέλαια, η αγροτιά, ο εργάτης της πόλης, η πάλη των τάξεων εθνικά και υπερεθνικά.

Οδηγούμαστε έτσι προς την εθνική αστική οικονομική ανάπτυξη της χώρας/ της Αθήνας μεταπολιτευτικά. Η οικογενειακή τιμή, οι παραδόσεις, η ελληνικότητα και η ιστορικότητα, η ορθοδοξία, η κλειστή οικογενειακή αυταρχική παράδοση, η “ανδρική, πατρική κλωνοποίηση” και οι συναισθηματικές εξαρτήσεις των γυναικών, των παιδιών από τους άνδρες, από την κεφαλή της οικονομικής και ερωτικής ζωής καταδηλώνονται και στη συνέχεια ακυρώνονται στη μεταμοντέρνα κοινωνική και οικονομική μικροιστορία και στις δομές της ιστορικότητας και της ταξικότητας. Ο πλούτος και η φιλοδοξία του χρήματος, τα επαγγέλματα και οι νοοτροπίες τους, η Ελλάδα και οι άλλες χώρες ως νοτιοανατολική μεσόγειος και Ευρώπη, ως ιστορικές γεωγραφίες αναδεικνύουν μεταπολεμικά τα δεσμά, τη θλίψη, την αποξένωση και την αλλοτρίωση της εργασίας και της ζωής, τον εμφύλιο της οικονομικής και πολιτικής ζωής, τη σύγκρουση των τάξεων, την τοκογλυφία και τον δωσιλογισμό σε λεπτές μυθοπλαστικές ίσως και αστυνομικές αποδόσεις με συμβολική τη βία και κυρίαρχα τον «άρτο και τα θεάματα». Η αποτυχία και η παρακμή του νεοφιλελεύθερου οικονομικού και ιδεολογικού προτάγματος τρομάζει, αιφνιδιάζει, σοκάρει αλλά και αφυπνίζει το κοινό, επαληθεύοντας τα σύγχρονα παγκοσμιοποιητικά δρώμενα. «…Αν παραβλέψουμε τα τελείως ελαστικά όρια της εργάσιμης ημέρας, η ίδια η φύση της ανταλλαγής εμπορευμάτων δεν βάζει καθόλου όρια στην εργάσιμη ημέρα, επομένως και στην υπερεργασία. Ο κεφαλαιοκράτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν αγοραστής, όταν προσπαθεί να μεγαλώσει όσο γίνεται την εργάσιμη ημέρα, και αν είναι δυνατό, να κάνει τη μιαν εργάσιμη ημέρα δύο. Από την άλλη μεριά η ειδική φύση του εμπορεύματος που πουλήθηκε περικλείνει ένα όριο στην κατανάλωσή του από τον αγοραστή και ο εργάτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν πουλητής όταν προσπαθεί να περιορίσει την εργάσιμη ημέρα σ’ ένα καθορισμένο κανονικό μέγεθος. Επομένως, έχουμε εδώ μιαν αντινομία, δίκαιο ενάντια σε δίκαιο, και τα δύο εξίσου κατοχυρωμένα από το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Και ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία»

Καρλ Μαρξ: ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, τ. Α΄, σελ. 246, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».