Την ομορφιά που εναγώνια ζητάς
δεν θα τη βρεις μες τα κατάβαθα της Θάλασσας,
στα ταραγμένα της Νερά κρυμμένη,
μήτε στα Εγκατα της Γης, σε κατασκότεινες
του Πλούτωνα Σπηλιές.

Μες στις ανθρώπινες Καρδιές είναι σπαρμένη.
Μέσα στον Κάμπο της Ψυχής Αύρα, Πνοή ανάλαφρη.
Φύτρο ολόδροσο ανασαίνει
κι απλώνει Ανθια και Κλωνιά.

Σαν ανταμώνουν οι Καρδιές, η μια σιμά στην άλλη,
οι Λύπες γίνονται Χαρές, Μοσχοβολιές μεθυστικές.

Νοιάσου για μένα Αδερφέ κι εγώ για Σένα.
Φίλε, Λευκέ, Κίτρινε, Μαύρε πες μου τον Πόνο σου.
Ρίζες ν’ απλώσουνε τα Πόδια μας βαθιές, τα Χέρια
μας πελώρια Πλατάνια, Τείχη τα Σώματα,
Πύργοι ολάκεροι, Κάστρα απόρθητα.
Κι εκεί να λάμπει η Ομορφιά π’ αποζητάς
ανέγγιχτη, αμόλυντη για πάντα.

Γιάννης Αθανασόπουλος