Χάρης Μελιτάς

Μέσα σε φόρεμα.

Ηλεκτροφόρο.

Οχυρώθηκε.

Για να φυλάξει ανέπαφο

τον πύργο που ονόμαζε

αξιοπρέπεια.

Δεν είναι πως δεν ήθελε

να δώσει να δοθεί.

Επέμενε όμως να χτυπήσουν το κουδούνι

και να σκουπίσουνε τα πόδια στο χαλί

αν θέλανε να μπούνε στη ζωή της.

Ας ήταν οδοιπόροι. Νηστικοί.

Οφείλανε να δείξουνε ταυτότητα

να πλύνουνε τα χέρια τους,

πριν κάτσουν στο τραπέζι.

Με τον καιρό, αραίωσε η κίνηση.

Οι επισκέπτες τράβηξαν γι αλλού.

Δεν είναι εποχή για υποκλίσεις.

Εμεινε μόνο το καλό τραπεζομάντηλο

αλλοτινούς καιρούς να ξεδιπλώνει

και το εξαίσιο ροζμπίφ της Κυριακής

απείραχτο, στα πιάτα να κρυώνει.