(Φθινοπωρινό διήγημα)

-Ποιά θα αναλάβει την καινούργια; ακούστηκε η αυστηρή και αγχωμένη φωνή του Λύσανδρου μέσα απ’ το γραφείο του.

-Εγώ βρε παιδιά, απάντησε η Νέλλυ κάνοντας νόημα στα γρήγορα στη διπλανή της ότι πάλι νεύρα είχε ο “Λύσσας” -έτσι τον έλεγαν μεταξύ τους λόγω ταμπεραμέντου και εκρηκτικών αντιδράσεων.

Η συρόμενη πόρτα του γραφείου άνοιξε και φάνηκε ένας άντρας γύρω στα 55, μάλλον ψηλός, με καλή σιλουέτα για την ηλικία του, και ένα πουκάμισο με διακριτικά σχέδια, άσπρα  πάνω σε μπλε σκούρο ύφασμα. Ραμμένο sur mesure στον καλύτερο ράφτη της Αθήνας, ήταν μια από τις πολυτέλειες που ο κατά τα άλλα σφιχτοχέρης Λύσανδρος επέτρεπε στον εαυτό του μετά από χρόνια οικονομίας και σκληρής δουλειάς, από γραφεία μοντέλων σε οίκους μόδας, ώσπου άνοιξε το δικό του ανταγωνιστικό και πετυχημένο models agency.

-Τηλεφώνησε η Jade και είπε ότι θέλει τα ποσοστά της σήμερα, είπε μασώντας τσίχλα και κοιτάζοντας ερευνητικά το αφεντικό της η νεότερη booker, η Λίλλυ.

Ο Λύσσανδρος σκοτείνιασε: -Πες της να περάσει αύριο το πρωί στις 11…

-Αύριο δουλεύει, έχει φωτογράφηση με τον Jonathan Scoop για τη Mogue, μετά το βράδυ είναι καλεσμένη σε πάρτυ και φεύγει ξημερώματα για Μιλάνο.

-Να μην πάει στο πάρτυ, είπε ξερά ο Λύσανδρος. Δεν είμαστε υπηρέτες της.

-Δούλεψε καλά, είπε με νόημα και ξεφυλλίζοντας το τελευταίο τεύχος του Notre amour η Νέλλυ.

-Καλά, άντε με συγχίσατε πρωί-πρωί, είπε κοιτάζοντας το Rolex του ο Λύσανδρος. Εσύ πήγες για τα τιμολόγια; βρήκε ευκαιρία να ξεσπάσει στο Θάνο, το παιδί για όλες τις δουλειές.

-Τα πήγα και μου είπαν να ξαναπάω το μεσημέρι, απάντησε ο Θάνος παίζοντας με ένα συνδετήρα.

-Καλά, απάντησε αυστηρά και ξερά το αφεντικό. Εμείς κάνουμε αμάν να εισπράξουμε και η κάθε άντε να μην πω θέλει τα ποσοστά λες και της τα είχαμε τάξει. Νέλλυ πάρε μου τον λογιστή και δώσ’ τον μέσα στο γραφείο,. Και πες στην ηλίθια να έρθει απόψε να πληρωθεί, μέχρι τις οχτώ. Αλλιώς της τα στέλνουμε σε τράπεζα που θα μας πει.

-Δε γίνεται. Της το είπα ήδη Λύσανδρε, τα θέλει τώρα.

-Ε άντε μου στο διάολο! εξανέστη ακόμη μια φορά το στριφνό γεροντοπαλλήκαρο, όπως τον έλεγε η μαμά του όποτε ανησυχούσε και ταυτόχρονα δικαιολογούσε την έλλειψη ενδιαφέροντος για παντρειά του πολυαγαπημένου της γιού. Ο Λύσανδρος συνέχισε ακάθεκτος: -Έφαγε, ήπιε, καλοπέρασε, πηδήχτηκε με τους φωτογράφους και μας λέει και τι θέλει η κυρία. Ας όψεται που δούλεψε τόσο καλά. Τέτοιο πετυχημένο scouting βρε Νέλλυ, δεν ξανάγινε, είπε τώρα γλυκαίνοντας και ξαναγυρνώντας στην πόρτα του γραφείου των κοριτσιών. -Τι  options έχουμε σήμερα; Όλα εντάξει; Φροντίσατε τίποτα ή θα το κλείσουμε;

-Στις έχω στο γραφείο σου. Έκλεισα και μερικά ακόμη ραντεβού για τους Γερμανούς. Η Λίλλυ κάνει τηλέφωνα απ’ το πρωί και “ψαρεύει”. Οι άλλοι όπως ξέρεις στις δουλειές τους κανονικά, μερικοί κοιμούνται ακόμη μετά τη φωτογράφιση προχθές και χθες στην Αίγινα, γύρισαν ξημερώματα έμαθα. Πήγε θαύμα. Ο Steve κι ο Aramis θα περάσουν το μεσημέρι, έστειλαν μήνυμα. Ζουζούνηδες και οι δύο, επέτρεψε αντιεπαγγελματικές γλύκες η Νέλλυ. Α, και περιμένω τηλέφωνο για ένα γιαούρτι και δυό σερβιέττες από την εταιρεία Toulisco  και την Tzanabetisfilm. Αυτοί κάνουν το γιαούρτι. Με τον Καρατόλιο, τον καινούργιο που τα σπάει.

-Καλά, πάρε μου τον Αργύρη τον λογιστή και μετά πάρε μου τον ιδιοκτήτη του κοσμηματοπωλείου, πλησιάζουν τα γενέθλια της μαμάς.

Έκανε μια στροφή όλο νάζι, κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η Νέλλυ πληκτρολόγησε τον αριθμό 2, στο 1 ήταν η μαμά του Λύσανδρου, και έβαλε ανοιχτή συνομιλία για να καθαρίζει και το συρτάρι της ταυτόχρονα: -Έλα Άρτσι, για τα ποσοστά της Jade, πάρε Λύσανδρο. Και με χαμηλή φωνή: -Μην τον στενοχωρήσεις…ξέρεις εσύ. Γύρισε το τηλεφώνημα στο γραφείο του “Λύσσα”, και αναστέναξε με ανακούφιση για το καθαρό συρτάρι. Μόλις έσβησε το φωτάκι, ακούστηκε η φωνή του Λύσανδρου: -Να έρθει στις 6 ακριβώς που θα είναι εδώ ο Αργύρης. Δεν τις αντέχω εγώ όλες αυτές με τις αγάπες μόλις πληρωθούν. Πες της είχα δουλειά και τα σχετικά.

Η Νέλλυ πήρε τον αριθμό του κοσμηματοπωλείου: -Να μιλήσετε με τον κ. Λύσανδρο Τ., ναι, ευχαριστώ, και γύρισε κι αυτό τη τηλεφώνημα στο γραφείο του Λύσανδρου. Εντωμεταξύ η Λίλλυ  δεν ήξερε ποιό τηλέφωνο να πρωτοσηκώσει. Όταν πήραν για τα γιαούρτια, έκανε νόημα στην Νέλλυ που ήξερε τον τιμοκατάλογο και μπορούσε να διαπραγματευτεί αντί του Λύσανδρου.  Εκείνη μίλησε αρκετή ώρα χαμηλόφωνα με τον υπεύθυνο της καμπάνιας, μετά με την εταιρεία παραγωγής, με τη διαφημιστική, και πάλι με την εταιρεία, ενώ σε κατάσταση απίστευτης έντασης, έψαχνε ταυτόχρονα ή στο ενδιάμεσο των τηλεφωνημάτων τα φυλλάδια με τις φωτογραφίες και τις πληροφορίες των μοντέλων. Η συζήτηση εξελισσόταν καλά, έστειλαν στον πελάτη πάλι τις φωτογραφίες των ήδη προτεινόμενων, μαζί με τα ενθαρρυντικά νέα για δύο ακόμη που θα κατέφθαναν το ίδιο βράδυ κι έπρεπε ο Θάνος να κανονίσει να τις παραλάβει απ’ το αεροδρόμιο. Ήταν μεταγραφές από καλά γραφεία, κι έφταναν με δυό ώρες η μια απ’ την άλλη, οπότε ο Θάνος, που του άρεσε να τον βλέπουν με μοντέλα για να το παίζει λιγότερο μίζερος απ’ ό,τι ήταν, θα περίμενε με την Ananda πίνοντας έναν καφέ μέχρι να φτάσει και η Germaine. Ο Λύσανδρος δεν ήθελε να τις “κάψει” με τηλεοπτικά σποτάκια, αλλά ήθελε να τις δει και από κοντά πριν δώσει το τελικό ΟΚ: περιοδικά ή τηλεόραση. Ακόμα θυμόταν μια πολλά υποσχόμενη που έσκασε μύτη ένα πρωί και κόντεψε να μείνει απ’ το θέαμα:

-Στείλ’την να δουλέψει κάπου, κάπως, ας κάνει ό,τι μπορεί, ας καθαρίσει σπίτια, ας σερβίρει σε μπαρ, να βγάλει το σκασμό λεφτά που δώσαμε για το εισιτήριό της η καλτάκα, η βλάχα, η τελευταία, φώναζε θυμωμένος, τόσο που η Νέλλυ αναγκάστηκε να μπει στο γραφείο του και να του πει ότι τρομάζει και τα καλά μοντέλα που περίμεναν να πάρουν όρντινο ή να καλοπιάσουν τις bookers για να τους προτείνουν σε καλές δουλειές.

-Άσε με κι εσύ Νέλλυ, πώς την πάτησα εγώ έτσι; της απάντησε με ύφος drama queen.

-Δίκιο έχεις, αλλά συμβαίνουν αυτά. Κάτσε θα δούμε, όλο και καμιά βιοτεχνία θα τη θέλει για τα τσιτάκια της σαιζόν, του είπε χαμογελαστή η Νέλλυ.

-Μα να παρακαλάμε για να βρει δουλειά αυτό το άντε μην πω, που δεν πρόκειται να δουλέψει ποτέ και πουθενά; Κοίτα να μην μας πάρουν χαμπάρι οι ανταγωνιστές ότι φέραμε τέτοιο κατιμά, σουλούπωσέ την, πες της κι ότι δεν μας αρέσει, για να ανασκουμπωθεί να δουλέψει η βλάχα. Και πάρε πάλι το πρακτορείο της, να τους ξαναπώ δυό λογάκια!

Ο “κατιμάς” ψιλοδούλεψε σε καταλόγους και σε μπαρ, και όλοι ανάσαναν με ανακούφιση όταν πήρε το δρόμο της επιστροφής. Ούτε λόγος βέβαια να την πάει ο Θάνος στο αεροδρόμιο. -Να πάρει τα ποδάρια της και το λεωφορείο και να πάει, ήταν η αντίδραση του Λύσανδρου. Εδώ δεν ξεπροβοδάμε, ξέφυγαν τα γλωσσικά ολισθήματα λόγω θυμού, τις καλές, μ’ αυτήν θα ασχολούμαστε; είπε τότε και ξαναμπήκε στο γραφείο του πιό ήσυχος μια και ξεφορτωνόταν το “παθητικό”, το σκάρτο εμπόρευμα. Ακόμα θυμόταν εκείνο το κάζο.

Χτύπησε την ενδοεπικοινωνία.

Το σήκωσε η Λίλλυ: -Ναι Λύσανδρε.

-Εκείνη της αγγλικής φιλολογίας, εκείνη ντε με τη μύτη, πείτε της να μη μας ζαλίζει άλλο, αλλά ευγενικά. Πείτε της δεν έχουμε εμείς πελάτες για το στυλ της, να πάει σε άλλο πρακτορείο. Στείλτε την με τρόπο στου Ζαννή, να γελάσουμε, είπε κεφάτα. Τον έχω στη μπούκα από τότε που μας πήρε το γαλάκτωμα σώματος. Έκλεισε το τηλέφωνο γελώντας.

Το τηλέφωνο της Λίλλυ χτύπησε  με τον χαρακτηριστικό ήχο. Ήταν πάλι ο Λύσανδρος γελαστός:

-Α κι εσύ μικρή, καλώς τα δέχτηκες.

-Τι; ξαφνιάστηκε η Λίλλυ.

-Είδα απ’ το παράθυρο τον Huanda. Για σένα έρχεται ο καψερός.

-Όχι! Τι κάνω τώρα; Δώσε μου κάτι να κάνω επειγόντως έξω.

-Κοίτα, σήμερα καλά πήγαμε, ώρα για λίγο γέλιο. Δε σου δίνω καμιά δουλειά. Κι έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Huanda, φωτογράφος απ’ την Ινδονησία, είχε δουλέψει με μοντέλα του γραφείου, και είχε ερωτευθεί τη Λϊλλυ, που δεν ήθελε να τον βλέπει ούτε ζωγραφιστό. Μόλις τον είδε να μπαίνει, του είπε μια εγκάρδια καλημέρα, και τον έστειλε να μιλήσει με τα τρία μοντέλα που είχαν μόλις καταφθάσει κι είχαν αράξει στον καναπέ περιμένοντας απάντηση για επόμενα casting. Είχαν ήδη πάει σε δύο, έκανε ζέστη και άραζαν εκεί ενοχλώντας τον Λύσανδρο που κανονικά το απαγόρευε εκτός από τα αγαπημένα του κατά καιρούς και πολύ επιτυχημένα μοντέλα που επιτρεπόταν να αράζουν λιγάκι στο γραφείο. “Τα φέρνουν, τα παίρνουν”, έλεγε. Τα τρία αγόρια, Αμερικανάκια, γελούσαν και μιλούσαν χαμηλόφωνα γιατί ήξεραν τα νεύρα του Λύσανδρου, και κάθε τόσο ρωτούσαν αν θα είχαν άλλα casting ή να γύριζαν στο ξενοδοχείο. Ο ένας πελάτης μόλις είχε τηλεφωνήσει για το ένα απ’ αυτά, θα τον ξανάβλεπε σε δυό μέρες. Η Λίλλυ έκανε νόημα ότι “είχαν τελειώσει για σήμερα” και να πάρουν τον φωτογράφο μαζί τους. Τα αγόρια κατάλαβαν, και θέλοντας να κάνουν το χατήρι της booker, πήραν σχεδόν σηκωτό το φωτογράφο παρέα, και βγήκαν γελώντας και ρωτώντας τον ένα σωρό ανοησίες, ενώ στο βάθος του μυαλού τους βρισκόταν όπως πάντα η ιδέα μιας φωτογράφισης με ελάχιστα έξοδα λόγω φιλότιμου και φιλίας, για να ανανεώσουν το book τους οι πρωτοεμφανιζόμενοι -και όχι μόνο.

Περιμένοντας την Jade και τον Αργύρη και κλείνοντας τις υποθέσεις της ημέρας, η Λίλλυ θυμήθηκε τη βασική της εκκρεμότητα απ’ την προηγούμενη: -Λύσανδρε, πριν φύγεις, πες μου λίγο τι να κάνω με τη Σταρ Ελλάς;

Η ερώτηση τον έκανε να στραβομουτσουνιάσει: -Είσαι εδώ ένα οχτάμηνο, κι ακόμα τέτοιες ανοησίες με ρωτάς; Ξέρεις την πολιτική του γραφείου. Τέτοιες ανύπαρκτες δεν αναλαμβάνω! Και βγήκε ψάχνοντας κλειδιά και κινητό στην τσάντα με το tablet και τα χαρτιά του γραφείου. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Μετά από λίγο όμως ξαναμπήκε και κοντοστάθηκε: -Εννοείς τη φετινή;

-Ναι, απάντησε ξερά η Λίλλυ.

-Α μάλιστα. Με ποιόν βγαίνει αυτή;

-Με πολιτικό. Ξέρεις, τον Γ.

Ο Λύσανδρος έμεινε σκεπτικός για λίγο και μετά συμπλήρωσε: -Στην τηλεόραση θα καταλήξει, αλλά πες της να έρθει από δω μήπως τη στείλουμε πουθενά. Χαρά μας να ανακαλύπτουμε νέα ταλέντα. Μόλις τη σχολάσει αυτός, στείλ’ την στου Ζαννή. Με τρόπο, όπως πάντα. Λοιπόν, περνάω να πάρω το βραχιόλι της μαμάς και μετά θα είμαι σπίτι. Μην ξεχάσετε τα σχετικά μ’ αυτό το άθλιο ντεφιλέ μεθαύριο. Και βρείτε τα ποιά θα έρθει νωρίτερα αύριο το πρωί. Ωρβουάρ.

 

Νατάσσα Χασιώτη