Διαβάστε το 1ο Μέρος

Ο Κρούτσεφ ήξερε ότι υπήρχε ανάγκη για άμεση δράση, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει. Γνώριζε καλά, ότι οποιαδήποτε επιχείρηση να αναμορφώσει τον κομμουνισμό, ήταν δυνατόν να φέρει την καταστροφή του. Η προσπάθειά του να αναδασώσει περιοχές που ήταν ακατάλληλες για αναδάσωση και να καλλιεργήσει σιτάρι σε περιοχές ακατάλληλες για καλλιέργεια σιταριού, ήταν χαρακτηριστική της μεθόδευσης της GOSPLAN: «Θα γίνει, διότι το κράτος λέει ότι θα γίνει». Προσπάθησε να ενισχύσει τα κρατικά αγροκτήματα, ποινικοποιώντας τα ιδιωτικά αγροκτήματα. Οι αγρότες εγκατέλειψαν τις αγελάδες τους και διέκοψαν την ιδιωτική τους παραγωγή. Οταν έγινε αντιληπτό το σφάλμα και δόθηκε στα ιδιωτικά αγροτεμάχια κρατική ενίσχυση, ήταν πολύ αργά. Οι αγρότες προτιμούσαν πλέον να περνούν τα βράδια τους παρακολουθώντας τηλεόραση, αντί να φροντίζουν τις αγελάδες τους ή τα σπαρτά τους. Στη διάρκεια της ημέρας εργάζονταν αδιάφορα στα κρατικά αγροκτήματα. Ετσι, η ζήτηση για γεωργικά προϊόντα αυξήθηκε, ενώ η παραγωγή μαράζωσε. Η καταγγελία εκ μέρους του, των απολυταρχικών μεθόδων του Στάλιν, το 1956, είχε ως αποτέλεσμα να χάσει ο Κρούτσεφ και οι διάδοχοί του τη δυνατότητα χρήσης βίας και τρόμου, προκειμένου να κάνουν βιώσιμη την οικονομία. Οι επικριτές ωστόσο του καθεστώτος, όσο και του οικονομικού συστήματος, άρχισαν να ακούγονται.

Στη συνέχεια ακολούθησε η εποχή του Μπρέζνιεφ. Ηταν επιβεβλημένο να ληφθεί μια απόφαση, αφού το βιοτικό επίπεδο στη Δύση γινόταν όλο και καλύτερο, πράγμα που οι σοβιετικοί πολίτες είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται. Η σοβιετική οικονομία χρειαζόταν δραστικές επεμβάσεις, είτε με πλήρη επιστροφή στις σταλινικές τακτικές με πολιτική καταπίεση, είτε με μια δραστική αναθεώρηση της κομμουνιστικής οικονομικής τακτικής. Ο Μπρέζνιεφ δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η διακυβέρνησή του χαρακτηρίστηκε από οικονομική αδράνεια. Ενδιαφερόταν περισσότερο να επιδείξει μια τολμηρή προσωπικότητα στο εξωτερικό. Πρόσθεσε περισσότερο βάρος στην οικονομία της Σοβιετικής Ενωσης, εισβάλλοντας στο Αφγανιστάν, και προκάλεσε τον Πρόεδρο Ρέιγκαν να προχωρήσει σε μια τεράστια αμυντική δαπάνη, την οποία η Σοβιετική Ενωση δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει. Οι διάδοχοι του Μπρέζνιεφ, ο Αντρόποφ και ο Τσερνιένκο, επέλεξαν μια προσεκτική μεταρρύθμιση, αλλά ήταν τόσο γερασμένοι ώστε η Σοβιετική Ενωση ήταν σχεδόν ακέφαλη και παρέπαιε.

Η άνοδος του Γκορμπατσόφ στην εξουσία τον Μάρτιο του1985, ήταν μια υπόσχεση για καλύτερη κατάσταση. Ηταν συγκριτικά νέος, στιβαρός και με διάθεση για αλλαγή. Ηθελε να φιλελευθεροποιήσει το δεσποτικό σύστημα της Σοβιετικής Ενωσης, εισάγοντας ένα στοιχείο δημόσιας συναίνεσης, ενώ αναγνώριζε τον κίνδυνο, ότι ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ήταν δυνατόν να υπονομεύσει τη νομιμότητα του καθεστώτος. Δεν ήταν αντικομμουνιστής, ούτε οραματιζόταν να διαλύσει τη Σοβιετική Ενωση. Ηλπιζε να μεταρρυθμίσει τον Κομμουνισμό εκ των έσω και να διατηρήσει τη Σοβιετική Ενωση, βάζοντας τέλος στον Ψυχρό Πόλεμο, άρα και στην εξωτερική απειλή. Γνώριζε τη δυσαρέσκεια των κρατών – δορυφόρων, αλλά φαίνεται ότι υπέθετε πως οι Βαλτικές χώρες , που είχαν καταληφθεί δια της βίας το 1940 και είχαν προσαρτηθεί το 1945, δεν είχαν εθνικιστικές φιλοδοξίες. Ωστόσο, οι τακτικές «εκρωσισμού» εκεί, είχαν αντιπαραγωγικό αποτέλεσμα και δημιούργησαν έντονη εθνικιστική δυσφορία. Ετσι, ο Γκορμπατσόφ κληρονόμησε μια στάσιμη κομμουνιστική οικονομία, και μια αυτοκρατορία που ήταν στο χείλος της αποσύνθεσης.

Η δέσμευση του νέου ηγέτη για γκλάσνοστ (διαφάνεια) σήμαινε μια πιο ανοιχτή προσέγγιση στην πολιτική. Ξεκίνησε, επιτρέποντας τη δημόσια κριτική επί των προνομίων των κομματικών αφεντικών, και ήταν διατεθειμένος να μιλήσει στον σοβιετικό λαό με αυξανόμενη ειλικρίνεια. Η οικονομική τακτική του – από τη μια πλευρά της πολιτικής και δημόσιας αναδόμησης, η περεστρόικα (αναδιάρθρωση) – ήταν να διατηρήσει μια κεντρικά διοικούμενη οικονομία, αλλά συνδυάζοντάς την με έναν πιο τοπικό έλεγχο, με έναν βαθμό περιορισμένων παραχωρήσεων στις δυνάμεις της αγοράς. Οσο περισσότερες αντιδράσεις προκαλούσαν αυτές οι τακτικές μέσα στο κόμμα, τόσο περισσότερο ο Γκορμπατσόφ χαλάρωνε τον έλεγχο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ώστε όσοι ήσαν αντίθετοι στη μεταρρύθμιση, να βρεθούν αντιμέτωποι με την αυξανόμενη αντίδραση των ΜΜΕ και του κοινού που υποστήριζαν τη μεταρρύθμιση.
Στο εξωτερικό ο Γκορμπατσόφ σημείωνε μεγάλη επιτυχία. Απέσυρε τη Σοβιετική Ενωση από τη δαπανηρή και αντιλαϊκή εμπλοκή στο Αφγανιστάν. Και, μετά από κάποιους δισταγμούς και εσφαλμένες εκκινήσεις, ο ίδιος και ο Πρόεδρος Ρέιγκαν έδωσαν τέλος στον Ψυχρό Πόλεμο. Ισως να πήγε λίγο πιο μακριά απ’ ό,τι όταν, τελικά, άφησε τα κράτη – δορυφόρους να φροντίσουν τους εαυτούς τους. Και εκείνα, απλώς επιβεβαίωσαν τη χαμένη ανεξαρτησία τους, πετώντας έξω τους κομμουνιστές ηγέτες τους. Ο Γκορμπατσόφ εσκεμμένα υπέσκαψε τον σκληροπυρηνικό Ανατολικογερμανό Ερικ Χόνεκερ, και ασυναίσθητα προετοίμασε τον δρόμο για τη επανένωση της Γερμανίας. Ισως ήταν ένα τίμημα που άξιζε να πληρωθεί για χάρη του τέλους του Ψυχρού Πολέμου. Ομως, για τη Σοβιετική Ενωση ήταν άλλο πράγμα το να αποκόψει τους δαπανηρούς δορυφόρους και άλλο το να την αψηφούν οι υποτελείς εθνότητές της.

(Συνεχίζεται)