Γνωρίζουμε όλοι τον Αλή Πασά ως έναν εξαιρετικά σκληρό, φιλόδοξο και φιλάργυρο άνθρωπο. Μάλιστα ο φιλέλληνας, άγγλος τοποτηρητής στην Κεφαλονιά Νάπιερ θα δηλώσει πως: «Η αγάπη του για το χρήμα τον έκανε σπουδαίο και αυτή τον κατέστρεψε». Αλή Πασάς ο Τεπελενλής, λόγω της καταγωγής του. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν «Χίσσας». Ο πατέρας του ήταν ο Βελή μπέης και μητέρα του η Χάμκω. Είχε και μια αδερφή, τη Χαϊνίτσα.

Ο πατέρας του είχε το πασαλίκι του Δελβίνου αλλά έπειτα από συνωμοσίες αντιπάλων του το έχασε και αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Τεπελένι, όπου και πέθανε σε ηλικία μόλις 45 ετών. Τότε ο Αλή Πασάς ήταν παιδάκι 11 ετών. Ετσι, τη διαπαιδαγώγησή του ανέλαβε αποκλειστικά η μητέρα του, μια πολύ έξυπνη και ατρόμητη γυναίκα. Ο ίδιος ο Αλή είχε εξομολογηθεί ότι: «Εις την μητέρα μου χρωστώ το παν». Επειτα από τον θάνατο του πατέρα του η μητέρα του πήρε τις ευθύνες της οικογένειας στα χέρια της και υπεράσπιζε την κτηματική της περιουσία απέναντι στους εχθρούς της με ιδιαίτερη ικανότητα. Κάποτε, είναι γεγονός πως αιχμαλωτίστηκε μαζί με την κόρη της από τους Γαρδικιώτες και αναφέρεται πως της φέρθηκαν με απίστευτη αγριότητα. Καταβλήθηκαν λύτρα για να αφεθούν ελεύθερες και έτσι η Χάμκω επέστρεψε στο Τεπελένι και συνέχισε να διαχειρίζεται και να προστατεύει την περιουσία της μέχρι να μεγαλώσει ο Αλή.

Ο τελευταίος, ατίθασος από μικρός, έδειξε τον άτεγκτο χαρακτήρα του. Συγκέντρωσε χρήματα και οπαδούς και επιχείρησε να εκστρατεύσει κατά του χωριού Χορμόβου. Αλλά νικήθηκε και, όταν επέστρεψε, η μητέρα του οργισμένη τού είπε ότι τέτοιος δειλός γιος θα πρέπει να μένει στο… χαρέμι με τις γυναίκες! Ο Αλή δεν το έβαλε κάτω και αποπειράθηκε αυτή τη φορά να καταλάβει το Σανιάκι. Απέτυχε ξανά και πιάστηκε αιχμάλωτος του Κουρτ Πασά, ο οποίος όμως τον απελευθέρωσε. Εκείνη που τον περίμενε θυμωμένη ήταν πάλι η μητέρα του και, όταν κατόρθωσε με πολύ κόπο να την ηρεμήσει, της ζήτησε χρήματα για να προετοιμάσει καινούργια εκστρατεία. Η Χάμκω τον πρόσταξε είτε να γυρίσει νικητής είτε να πεθάνει στο πεδίο της μάχης. Αυτή τη φορά έθεσε ως στόχο του τη Μερτζίκα και το Πρεμέτι αλλά ηττήθηκε για μια ακόμη φορά…

Ενδεχομένως να μην μπορούσε να αντικρίσει άλλη μια φορά τη μητέρα του νικημένος κι έτσι στρατοπέδευσε σε μια εγκαταλειμμένη εκκλησία όπου απομονώθηκε για να σκεφθεί τις επόμενες κινήσεις του. Εκεί εντελώς τυχαία θα ανακαλύψει ένα πιθάρι γεμάτο χρυσά νομίσματα και με αυτά θα ξεκινήσει νέα εκστρατεία με δύο χιλιάδες άνδρες και θα επιστρέψει στο Τεπελένι νικητής. Σε μια συμβολική κίνηση, θα κλείσει τη μητέρα του στο χαρέμι μέχρι τον θάνατό της και θα πάρει τα ηνία της ζωής του στα χέρια του, οπότε και θα δείξει τον πραγματικό του χαρακτήρα: εκστρατείες, καταστροφές, φόνοι, λεηλασίες, διαρπαγές περιουσιών, προδοσίες, συνωμοσίες κ.λπ. Η ιστορία του στη συνέχεια δεν μπορεί να γραφεί διά μελάνης αλλά διά του βορβόρου και του αίματος…

Πηγή: «Αναζητώντας θρυλικούς θησαυρούς» – Ιωάννης Χ. Μπαϊμπάκης