(1909-1983)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Ο Ρουφάνης ή Σιταρένιος Δημοσθένης (αργότερα Δήμος Σταρένιος) γεννήθηκε το 1909 στο Κάιρο της Αιγύπτου. Οι καλλιτεχνικές του τάσεις φάνηκαν πολύ νωρίς. Σε μια παράσταση αποφοίτων της θρυλικής τότε «Αμπετείου Σχολής» στην οποία φοίτησε, ο Σταρένιος έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο. Τότε βρέθηκε στο Κάιρο ο Αιμίλιος Βεάκης με τον θίασό του. Είδε την παράσταση και του πρότεινε να έρθει στην Αθήνα και να γίνει ηθοποιός. Πράγματι, ο Σταρένιος γράφτηκε το 1932 στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και πήρε πτυχίο όχι σε δύο, αλλά σε έναν χρόνο ως «εξαιρετικό ταλέντο».

Το 1933, τον «άρπαξε» αμέσως ο Κώστας Μουσούρης. Επί μια τριετία του έδωσε ρόλους σημαντικούς σε έργα του Πανιόλ, του Μωραϊτίνη, του Λιδωρίκη. Αλλά το 1936, λόγω συμμετοχής του σε αριστερή συνδικαλιστική απεργία, ο Μουσούρης τον έδιωξε και δεν συνεργάστηκε ξανά μαζί του.

Από το 1936, αρχίζει η συνεργασία του με τον θίασο Κατερίνας, σε έργα Σαίξπηρ, Τριστάν Μπερνάρ, Ιψεν, Σέργουντ, Τζέιμς Μπάρρυ, Μολιέρου, Δημήτρη Ψαθά, Παύλου Παλαιολόγου. Τη διετία 1945-46 τον βρίσκουμε με τους αριστερούς «Ενωμένους καλλιτέχνες». Το 1946-47 συγκροτεί θίασο με τον Τίτο Βανδή και την Αλέκα Παΐζη. Το 1951 δημιουργεί θίασο δικό του, στο θέατρο «Διονύσια» Καλλιθέας, εγχείρημα που τον οδηγεί σε οικονομική καταστροφή.

Από το 1953 και μετά, εμφανίζεται ως συνθιασάρχης στους θιάσους Καίτης Λαμπροπούλου, Α. Αλεξανδράκη, Λ. Κωνσταντάρα, Βίλμας Κύρου. Τη δεκαετία του ’60 συνεργάζεται με Α. Βουγιουκλάκη, Λ. Κωνσταντάρα, Δ. Παπαμιχαήλ, Ελλη Λαμπέτη και αργότερα με Δ. Μυράτ και Ν. Χατζίσκο-Τιτίκα Νικηφοράκη. Ακολουθεί η συμμετοχή του στον θίασο Γ. Φέρτη – Ξ. Καλογεροπούλου και τη δεκαετία του ’70 συμπράττει με Ε. Λαμπέτη, Λ. Κωνσταντάρα, Α. Αλεξανδράκη – Ν. Γαληνέα και τον Γ. Γκιωνάκη. Κύκνειο θεατρικό του άσμα η συνεργασία του με τον Δ. Χορν στο έργο «Ο δικός μας» του Πητερ Μπαρνς, το 1976. Ακρως αξιοπρεπής όπως ήταν, λόγω ελαφρού εγκεφαλικού, αρνήθηκε πληθώρα προτάσεων μέχρι τον θάνατό του (23.10.1983).

Εκτεταμένη υπήρξε η παρουσία του στο ραδιοφωνικό θέατρο, όπως και στον κινηματογράφο. Ταινίες στις οποίες σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία ήταν: «Το κλειδί της ευτυχίας» του Θ. Μεριτζή, «Η έβδομη μέρα της δημιουργίας» του Β. Γεωργιάδη, «Το Κιέριον» του Δ. Θέου και πολλές ξένες παραγωγές (ως πολύγλωσσος Αιγυπτιώτης), «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Ζυλ Ντασσέν, «Αμέρικα, Αμέρικα» του Ε. Καζάν, «Το λάθος» του Α. Σαμαράκη και πολλές άλλες. Στην τηλεόραση πρόλαβε να δείξει τη μεγάλη καρατερίστικη στόφα του στη σειρά «Χωρίς ανάσα» του Κ. Κουτσομύτη, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Β. Γεωργιάδη (Γέρο- Λαδάς) και στον καραγατσικό «Γιούγκερμαν» (Στρατηγός Αρκάνωφ).

Ο Σταρένιος αγαπούσε με διακριτικό πάθος το ωραίο φύλο και το εκδήλωνε (δυστυχώς;) σε αρκετές περιστάσεις που στενοχώρησαν όχι λίγο την πολυαγαπημένη του συμβία. Αμίμητο έχει μείνει το ερώτημά του μπροστά στα καμαρίνια των γυναικών: «Κορίτσια, είστε γυμνές να μπω;». Παιδιά δεν απέκτησε. Η σαφής πολιτική του τοποθέτηση του στοίχισε ακριβά: δεν του ζήτησαν ποτέ να παίξει στο «Εθνικό Θέατρο», αλλά ούτε και στου Κουν. Κατά την επταετία 1967-1974 είχε αποκλεισθεί από οποιαδήποτε παραγωγή που είχε οικονομική ή άλλη εξάρτηση από το κράτος. Σε μια από τις εκπομπές του Φρέντυ Γερμανού «Αλάτι και Πιπέρι», ενώ αυτός ανέφερε το όνομά του, ο αόρατος σιγαστήρας…έσβησε τον ήχο!.

Ο εξαιρετικός αυτός ηθοποιός, κωμικός ή δραματικός, αδρός ή πουαντιλίστας, ήταν ένα από τα ισχυρότερα «μπουντέλια» όπως λέγεται, του θεάτρου μας. Ο Μυράτ, κάποτε του είχε πει: «Πήγαινε στη Γαλλία που σε ζητούν, ξέρεις τη γλώσσα και θα κάνεις μεγάλη καριέρα». Δεν πήγε γιατί δεν ήταν φιλόδοξος άνθρωπος. Γι αυτό δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ πού θα μπει το όνομά του και δεν κράτησε προγράμματα, φωτογραφίες, κριτικές.

Η κορυφαία θεατρική στιγμή του ήταν όταν υποδύθηκε τον συγκλονιστικό υπηρέτη Φιρς , στον «Βυσσινόκηπο» με τους Λαμπέτη – Παπαμιχαήλ, στο θέατρο «Διονύσια» το 1973, σε σκηνοθεσία Μ. Βολανάκη.

Η κορυφαία ανθρώπινη – καλλιτεχνική στιγμή του, ήταν όταν η Λαμπέτη του ζήτησε ως χάρη (δωρεάν) να πηγαίνει κάθε βράδυ και να ερμηνεύει τον στιγμιαίο βωβό γιατρό, που παραλαμβάνει τη Μπλανς για το φρενοκομείο. Ο Σταρένιος τελείωνε σχετικά νωρίς στο «Ρεξ» όπου έπαιζε, και βιαστικός, ανέβαινε στο «Διονύσια» για να προλάβει να προσδώσει το κύρος που ζητούσε η Λαμπέτη, στην καταληκτήρια σκηνή του Τ. Ουίλιαμς.

Δύο ήταν οι πιο προσφιλείς ατάκες στη ζωή του. Οταν τον ρωτούσες «τι κάνει;», έλεγε πάντα «Λαμπρά». Κι όταν πήγαινε τον, μικρότερό του, ηθοποιό Μανδαλιό, κάθε βράδυ με το αυτοκίνητο στο σπίτι του, ο Μανδαλιός τον καληνύχτιζε λέγοντας «Καληνύχτα, θείε Δημήτρη», εκείνος στερεότυπα απαντούσε: «Να είσθε πάντα λευκός».

Ο Δημήτρης Γιαννουκάκης, στον χαμένο πια τόμο «Θεατρικές μορφές» (1965) έγραψε για τον Σταρένιο:

Στη ζωή του; Οσο λίγοι

έχει τυποποιηθεί.

Το ταλέντο του δεν λήγει

σ’ όποια όρια κι αν βρεθεί.

Στη θεατρική την πίστα

πρόσταγμα έχει γενικό:

Τον ζητούν καρατερίστα,

τον λατρεύουν σαν τυπίστα,

τον γλεντούν κι ως κωμικό.

Υφος έχει: Μη μου άπτου

Ευσεβούς κανδηλανάπτου.

Κι έτσι πάντα ζαχαρένιος

είναι ο Δήμος ο Σταρένιος.

(Πηγή: Εφημερίδα «Τα Νέα», Ελληνες ηθοποιοί της φθαρτής αθανασίας, συγγρ. Γιάννης Βαρβέρης, εκδ. Καστανιώτη)