Πάντοτε σε θαύμαζα. Πάντοτε σε εκτιμούσα. Και πόσες φορές δεν σε ζήλεψα… Ηξερα πως δεν ήσουν αληθινός. Μα ήθελα να σου μοιάσω. Μιμούμουν τις ξεχωριστές σου κινήσεις, το μοναδικό σου παράστημα, το ατίθασο ύφος σου, το στέρεο βάδισμά σου. Μπορεί στην πραγματικότητα να λεγόσουν Σον Κόνερι, Ρότζερ Μουρ, Τίμοθι Ντάλτον, Πηρς Μπρόσναν. Αλλά για μένα ήσουν πάντοτε ο γοητευτικός, κομψός, ριψοκίνδυνος, μπον βιβέρ, ασυναγώνιστος Τζέιμς. Με τις αξιοθαύμαστες επιτυχίες στο άλλο φύλο. Με το ανελέητο κυνήγι των «κακών». Με την ακέραια συμπεριφορά. Με την περιφρόνηση στον περιττό πλούτο. Κοσμοπολίτης αλλά και ολιγαρκής. Σκληρός αλλά και δίκαιος. Ερωτικός αλλά ποτέ πρόστυχος. Συναισθηματικός αλλά και προσηλωμένος στον στόχο. Αδίστακτος κυνηγός θηλυκών αλλά ουδέποτε ξελιγωμένος. Τζέντλεμαν μα όχι σνομπ. Κυνικός αλλά ποτέ αναίσθητος. Ρομαντικός αλλά όχι ξεπερασμένος. Παλιού τύπου ευγενής πλην όμως προσαρμοστικός.

Κάποτε πίστευα βαθιά μέσα μου πως θα φανώ… αντάξιός σου. Αλλά ύστερα από πολλά χαμένα χρόνια και αναρίθμητες αποτυχημένες προσπάθειες σιγουρεύτηκα: Οσο και να πλησιάζω στο ίνδαλμά μου, στην Ψωροκώσταινα η τύχη μου είναι προδιαγεγραμμένη: Στη χώρα που ανθεί η μετριοκρατία, που βασιλεύει η συνωμοσία των ανίκανων, που θριαμβεύει το τίποτα απέναντι σε κάθε πραγματική αξία, που οι γυναίκες δηλώνουν στις συνεντεύξεις τους στα λαμπερά περιοδικά πως προτιμούν τους ευφυείς, τους αυτοδημιούργητους, τους ευγενικούς και τους χιουμορίστες και καταλήγουν με «επώνυμους» της κακιάς ώρας, με αναιδή κουτσαβάκια, με ψευτόμαγκες και άξεστους με πειραγμένα αυτοκίνητα και ανεγκέφαλους γόνους πλουσίων οικογενειών, είμαι πεπεισμένος, Τζέιμς, πως κι εσύ θα είχες την ίδια ακριβώς τύχη με μένα. Το βρετανικό σου φλέγμα δεν θα γινόταν ποτέ αντιληπτό, οι καλοί σου τρόποι θα σου έβγαζαν το όνομα του «καληνυχτάκια», ο ρομαντισμός σου θα περνούσε απαρατήρητος, η εντιμότητά σου θα αναγνωριζόταν ως βλακεία και θα παρέμενες αποσβολωμένος σε μια γωνία, παρακολουθώντας τιποτένιους και ασήμαντους με εξατμίσεις σαν μπουριά στα αμάξια τους, με βαριά επαρχιώτικη προφορά και βρόμικα χρήματα να προσελκύουν αμέτρητες ελκυστικές γυναίκες που κυκλοφορούν ημίγυμνες αλλά μόλις αποπειραθείς να τις χαμογελάσεις ξινίζουν και σε προσβάλλουν, διαμαρτυρόμενες μετά πως «δεν υπάρχουν άνδρες»…

Ζώντας επί δεκαετίες αυτόν τον αδιανόητο παραλογισμό, κάθε μέρα σκέφτομαι ολοένα και περισσότερο να φύγω. Να έρθω με το πρώτο αεροπλάνο-κι ας τα φοβάμαι-στη χώρα που με ζήλο υπηρετείς. Γνωρίζω πως δεν θα σε συναντήσω εκεί. Αλλά τουλάχιστον θα βρω την υγειά μου. Θα γαληνέψω. Και, έστω και αργά, θα αναγνωριστούν κάποιες από τις αξίες μου, εγκαταλείποντας μια για πάντα το νεκροταφείο των ικανών και αξιόλογων ανθρώπων. Την άχαρη Ψωροκώσταινα…

 

Ρένος Μπαλής