Του Χρήστου Χωμενίδη

Εάν αξιωθώ να ζήσω μερικές δεκαετίες ακόμα… Αν ευλογηθώ να γίνω παππούς… Και αν κάποια 5η Ιουλίου του 2040 ή του 2045 το εγγόνι μου με ρωτήσει “τι συνέβη σαν σήμερα το 2015;”, τι θα του πω;

Θα είμαι σύντομος. Τα παιδιά σπανίως θέλγονται από τη διήγηση θλιβερών συμβάντων. “Κάτι τυχάρπαστοι τύποι” θα του απαντήσω, “κάτι εκχυδαϊστές των ιδανικών της Αριστεράς -μα και της Δεξιάς- εκμεταλλεύθηκαν τη χρεοκοπία του κράτους το 2010 και τη σκληρή λιτότητα, η οποία έθιξε περισσότερο τους οικονομικά πιό αδύναμους. Φούσκωσαν τα μυαλά των Ελλήνων με φρούδες υποσχέσεις. Υποδαύλισαν τα ταπεινότερα χαρακτηριστικά των πολιτών, την οργή και το μίσος, την άγνοια κινδύνου, τον δονκιχωτισμό. Ανήλθαν με εκλογές τον Ιανουάριο του 2015 στα πράγματα μα η πραγματικότητα, μέσα σε λίγους μήνες, τους στρίμωξε στη γωνία. Τότε οργάνωσαν ως colpo grosso μια παρωδία δημοψηφίσματος. Θριάμβευσαν. Ο θρίαμβος εκείνος στάθηκε η αρχή του τέλους τους…”.

Η ιστορία θα μπορούσε να ειπωθεί και εντελώς διαφορετικά. “Εμείς, που βλέπαμε την απάτη, που συνειδητοποιούσαμε ό,τι ανεκτίμητο διακυβευόταν -τον στρατηγικό προσανατολισμό της πατρίδας, το ευρωπαϊκό της κεκτημένο, εν τέλει τη δημοκρατία την ίδια- αποτύχαμε παταγωδώς. Όποια επιχειρήματα και αν προβάλαμε, όσο αυταπόδεικτα και αν ηχούσαν στα δικά μας αυτιά, δεν καταφέραμε να πείσουμε κανέναν σχεδόν από τους απέναντι. Στις κάλπες βγήκαμε νοκ-άουτ. Εικοσιτρείς μονάδες τερματίσαμε πίσω από το “υπερήφανο” Όχι. Έτσι και ο τότε πρωθυπουργός δεν επιχειρούσε τη θεαματική kolotoumba (η οποία καθιερώθηκε έκτοτε ως διεθνής όρος), εμείς -οι πολίτες του Ναι- δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα πλέον για να αποτρέψουμε τις καταστροφικές συνέπειες της λαϊκής ετυμηγορίας. Δώσαμε την πιο κρίσιμη μάχη της συλλογικής ζωής μας με τις καλύτερες προθέσεις. Πάθαμε πανωλεθρία…”.

Θυμάμαι -από τη δική μου βεβαίως οπτική γωνία- ό,τι ακριβώς εκτυλίχθηκε το φοβερό εκείνο δεκαήμερο από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος έως την επαύριό του. Και ό,τι το είχε προετοιμάσει. Δεν έχω πρόσβαση σε αρχεία και σε πηγές, δεν μπορώ να κάνω αποκαλυπτικό ρεπορτάζ όπως η Ελένη Βαρβιτσιώτη και η Βικτωρία Δενδρινού, που τους χρωστάμε τη “Μεγάλη Μπλόφα”. Ούτε να καταθέσω ως πρωταγωνιστής, όπως προς τιμήν του έπραξε ο Γιάνης Βαρουφάκης γράφοντας το “Ανίκητοι Ηττημένοι”. Ήμουν όμως εκεί. Συμμέτοχος στην ελπίδα, στην αγωνία κυρίως των στιγμών.

Το βλέπαμε να έρχεται; Πλην εξαιρέσεων, όχι. Παρά τις άκαρπες συναντήσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους “θεσμούς”. Παρά τη ρητή προειδοποίηση του Βαρουφάκη το Πάσχα του 2015 –”να δούμε” είχε πει στους οπαδούς του “εάν θα σταθείτε στο πλευρό μας και στα δύσκολα…”. Οι περισσότεροι πιστεύαμε ότι στο παραένα η κυβέρνηση θα έφτανε σε κάποιο συμβιβασμό, τον οποίον θα σέρβιρε στους Έλληνες σαν θρίαμβο.

Αφότου άρχισαν να σφίγγουν τα γάλατα, από τα μέσα Ιουνίου, κατεβαίναμε σε συλλαλητήρια στο Σύνταγμα με το σύνθημα “Μένουμε Ευρώπη”. Και μαζικότητα υπήρχε εκεί και ενθουσιασμός και κάποια αφέλεια από τους νεοφώτιστους, όσους δεν είχαν διαδηλώσει ποτέ στο παρελθόν… Ήταν σχεδόν συγκινητικό να βλέπεις να γεφυρώνονται χάσματα, να υπερβαίνονται προκαταλήψεις δεκαετιών. Να ομονοούν οι Νεοδημοκράτες με τους Πασόκους για να αντιμετωπίσουν τη λαίλαπα των Συριζανέλ και της Χρυσής Αυγής. Όχι πως απουσίαζαν οι γύπες, οι πολιτευτάκηδες. Εμφανίζονταν ίσα-ίσα με περιβολή περιπάτου για να καρπωθούν ό,τι μπορούσαν. Πόζαραν με φόντο τον κόσμο που ίσως και να τους περιφρονούσε. Πλησίαζαν τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος, θαλερότατος στη δύση του βίου του, διέσχισε την πλατεία δίνοντας -με την παρουσία του και μόνο- κουράγιο σε πολλούς.

Το πιο φωτογραφημένο εντούτοις πρόσωπο των “Μένουμε Ευρώπη” στάθηκε ο διοπτροφόρος κύριος με το άπερολ, που υπομειδιούσε καλοσυνάτα. Ο Δημήτρης Βαμβακάρης συμβολοποιήθηκε από τους απέναντι. Διότι εξυπηρετούσε άριστα το διχαστικό μήνυμα. Από τη μία δήθεν, οι φτωχοί πλην απροσκύνητοι πατριώτες. Από την άλλη οι “γερμανοτσολιάδες”, οι φλώροι που στις συγκεντρώσεις τους κρατάνε αντί για πλακάτ και σημαίες, κολωνάτα ποτήρια… Το αντίστοιχο έκαναν κάποιοι θιασώτες του Ναι με τις “μπουτούδες” που χόρευαν καλαματιανό έξω από τη “Μεγάλη Βρετανία”.

Ήμουν στην Κέρκυρα όταν ο Αλέξης Τσίπρας ανήγγειλε το δημοψήφισμα. Έφριξα ακούγοντας τον στην τηλεόραση να μάς φλομώνει στις κούφιες ρητορείες, στους λεονταρισμούς. Ανακουφίστηκα όμως κιόλας. “Αυτό ήταν” σκέφτηκα. “Ψήλωσε ο νους του, διέπραξε την ύβρη! Οι Έλληνες θα τον πετάξουν την επόμενη Κυριακή στον σκουπιδοντενεκέ της Ιστορίας.” Τέτοια μαύρα μεσάνυχτα είχα.

Πόσο χρειάστηκαν -αναρωτιέμαι- οι ηγεσίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης γιά να ξεπεράσουν τον αιφνιδιασμό; Πότε αντιλήφθηκαν (εάν αντιλήφθηκαν ποτέ) τις προθέσεις τού εκλογικού σώματος; Το να σηκώσουμε το γάντι που πέταξε ο Τσίπρας και να παλέψουμε για το Ναι υπήρξε σωστή απόφαση; Μήπως θα ήταν προτιμότερο να απέχουμε – να τον αφήσουμε να παίζει εν ου παικτοίς; Χωρίς αντίπαλο, το 61% του Όχι θα φάνταζε μάλλον χλωμό. Θα ήταν το 61% του 62% των εγεγραμμένων που ψήφισαν. Στο σύνολο των πολιτών, ποσοστό μικρότερο από το 38% του Ναι…

Οι παροικούντες πάντως την Ιερουσαλήμ συντηρούσαν -μέχρι που έκλεισαν σχεδόν οι κάλπες- την εντύπωση πως το παιχνίδι ήταν ανοιχτό. Από άγνοια; Για να κρατούν το φρόνημά μας ακμαίο; Ίσως κάποιος τους κάποτε φιλοτιμηθεί να μάς πει…

Την εβδομάδα πριν από το δημοψήφισμα, τα γεγονότα επιβεβαίωναν κι αμέσως έπειτα διέψευδαν και τους μεν και τους δε.

Οι τράπεζες έκλεισαν όπως είχαν προβλέψει οι οπαδοί του Ναι. Η πλειονότητα όμως των πολιτών αντί να τρομοκρατηθεί, ένοιωσε εθνική ανάταση. Και δεν μιλάω για τους μικρόνοες οι οποίοι νόμιζαν ότι τα εξήντα ευρώ που τους έδιναν τα ΑΤΜ καθημερινά ήταν χαρισμένα από την κυβέρνηση. Μα για τους άλλους που εξελάμβαναν τα capital controls ως κίνηση πανικού της Ευρώπης απέναντι στην εξεγερμένη Ελλάδα.

Οι διεθνείς χρηματαγορές δεν χόρεψαν ούτε μια μέρα στο νταούλι που έπαιζαν ο Τσίπρας και ο Βαρουφάκης. Το ευρώ υπό την απειλή του grexit εμφανίστηκε απόλυτα ανθεκτικό. Ο Σόιμπλε, διαπρύσιος υποστηρικτής τής αποβολής μας από την ευρωζώνη, θα έτριβε τα χέρια του. Τους δικούς μας πρέπει να άρχισαν τότε να τους ζώνουν τα φίδια…

Στο μεταξύ, στην Ελλάδα, κλιμακωνόταν μία προσομοίωση εμφυλίου. Τα μεγάλα ΜΜΕ έγερναν πράγματι υπέρ του Ναι. Οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης -καλλιτέχνες, διανοούμενοι, σταρ και ανθυποστάρ- στρατεύονταν αθρόα με το Όχι.

Έμενα άναυδος με ανθρώπους οι οποίοι στον επαγγελματικό τους βίο μόνο αφελείς ή τυχοδιώκτες δεν ήταν κι εντούτοις σε μια τόσο κρίσιμη εθνικά καμπή χειροκροτούσαν σαν υπνωτισμένοι τα απλοϊκά κελεύσματα του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ίδρωσε το αυτί τους ούτε όταν ο Πάνος Καμμένος εγγυήθηκε ως υπουργός Εθνικής Άμυνας την εσωτερική ασφάλεια! Έφριττα με την εκμετάλλευση κάθε ιερού και όσιου. Η φράση “στους ποιητές μας χρωστάμε περισσότερα από όσα στους δανειστές μας” με την οποίαν προλόγισαν το “της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ” στην κεντρική συγκέντρωση του Όχι στο Σύνταγμα υπερέβαινε κάθε όριο γελοιότητας. Αποτελούσε βλασφημία εναντίον των ποιητών.

Είναι θαύμα που εκείνες τις επτά μέρες δεν περάσαμε από τη λεκτική στη σωματική βία. Πενήντα θερμοκέφαλοι εκατέρωθεν θα αρκούσαν για να αιματοκυλιστεί η Ελλάδα. Ενδεχομένως η ψυχραιμία, που οριακά έστω κρατήθηκε, να υποδήλωνε κάτι βαθύτερο. Πως για τους οπαδούς του το Όχι συνιστούσε μια πράξη παιδαριώδους εκτόνωσης. Ότι πολύ λίγοι συντάσσονταν με τη ρήξη, τη ρήξη όπως την εννοούσε ο Λαφαζάνης, η Κωνσταντοπούλου και ο Βαρουφάκης, τη ρήξη όπως τη φοβήθηκε τελικά ο Τσίπρας…

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος εξέπληξε -λένε- περισσότερο (και πιο επώδυνα) εκείνον που το είχε προκηρύξει. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί τον συντηρητισμό των Ελλήνων για να κάνει πίσω. Θα όφειλε να μαζέψει μόνος του τα αμάζευτα.

Θυμάμαι το εφιαλτικό εκείνο βράδυ της 5ης Ιουλίου 2015.

Θυμάμαι τη Νάντια Βαλαβάνη -ηρωίδα μεν του αντιδικτατορικού αγώνα, που η μητέρα της δε είχε σηκώσει από την τράπεζα 200.000 ευρώ τις παραμονές των capital controls- να ανακοινώνει με ύφος Ροβεσπιέρου ότι το περιεχόμενο των θυρίδων δεσμεύεται μέχρι νεοτέρας. Υπουργούς και κομματικά στελέχη να διατελούν σε παραλήρημα μεγαλείου, να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους σαν άλλους Τσε Γκεβάρα, το επαναστατικό τους όνειρο έμοιαζε να εκπληρώνεται, η Ελλάδα θα γινόταν μια Κούβα της Μεσογείου, μπορεί να στερούμασταν τα βασικότερα αγαθά, το τσίπουρο όμως και ο ήλιος δεν θα μάς έλειπαν ποτέ…

Θυμάμαι τη διαδρομή από το Μενίδι προς την Κυψέλη ξημερώματα. Κοιτάζα τις βιτρίνες των καταστημάτων, τις ταμπέλες των ιατρείων στους ορόφους, τις κλειστές καφετέριες, τα αυτοκίνητα παρκαρισμένα στις πυλωτές. Σε αντίθεση με τους επαναστάτες των φοιτητικών αμφιθεάτρων και του διαδικτύου, εγώ ποτέ δεν είχα αισθανθεί περιφρόνηση για εκείνον που ζει νοικοκυρεμένα και αρκείται στις καθημερινές χαρές. Κι ας έχει ο μικροαστισμός απαίσιες όψεις, ένα κουκούλι είναι που επωάζει και πεταλούδες.

“Ό,τι μάς παρέδωσαν οι γονείς μας” σκεφτόμουν “τα μεταπολεμικά και μεταπολιτευτικά επιτεύγματα, τα αποτελέσματα του μόχθου των απλών ανθρώπων, Αριστερών και Δεξιών, που έφτυσαν αίμα για να ξεφύγουν από την ανέχεια, στις πόλεις και στην ύπαιθρο, μετανάστες και ναυτικοί, που μάς μεγάλωσαν με ανείπωτες στερήσεις, να παίζεται τώρα στα ζάρια από κάτι ιδεοληπτικούς, κάτι ανεπάγγελτους τρεχαγυρευόπουλους, κάτι καβαλημένα καλάμια! Δική μας αποτυχία είναι η ηγεμονία των Συριζανέλ. Εμείς το αφήσαμε να γίνει. Και τα παιδιά μας θα το υποστούν…”.

Πού να’ ξερα ότι την ίδια ώρα, ο νούμερο δύο στο Μαξίμου πλακωνόταν -σύμφωνα με φήμες- στο ξύλο με τον Βαρουφάκη και ότι ο Τσίπρας προσέτρεχε με την ουρά στα σκέλια στον Προκόπη Παυλόπουλο μπας και σηκώσει το τηλέφωνο κανένας Ευρωπαίος ηγέτης και ξαναμπούμε σε διάλογο;

Ντρέπομαι για το δημοψήφισμα του 2015. Και ας είμαι υπερήφανος για τη στάση που τήρησα. Με ένα τραγούδι το έχω συνδέσει, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, στίχους Κ.Χ.Μύρη, ερμηνεία Νίκου Ξυλούρη: “Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο, όνειρο καθημερινό. Κάποιος τον πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια…” Αυτό ακριβώς κόντεψε να συμβεί τότε. Ας κάνουμε ό,τι το δυνατόν για να μην επαναληφθεί ποτέ.

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας