Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λεβεντάνθρωπος, στιβαρός, συγκροτημένος, σοβαρός, αυστηρός, αξιοπρεπής μα και συνάμα πονόψυχος, καλόκαρδος και γενναιόδωρος. Δεν επιδίωξε ποτέ του τα πλούτη και γενικότερα τα χρήματα δεν τα πολυλογάριαζε. Δεν τον απασχολούσε και τόσο μια λαμπρή καριέρα, ούτε η υστεροφημία του. Ηταν άνθρωπος της διασκέδασης και των μικροχαρών της ζωής.

Την εποχή του μεσοπολέμου γνώρισε μια νησιώτισσα καμαριέρα, ξανθιά με έντονα γαλάζια μάτια, την ερωτεύτηκε και την έκανε γυναίκα του. Μαζί απέκτησαν δυο παιδιά που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα τους μέσα στον πόλεμο που μαινόταν. Αλλά τα γονίδια παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή και, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, δημιουργούν διαφορετικές προσωπικότητες.

Τα δυο αδέρφια μεγάλωσαν αγαπημένα. Ο μικρός ανέπτυξε μια θεωρία για τη ζωή τού «όσα φάμε κι όσα πιούμε…» όμως ο πιο μεγάλος προσκολλήθηκε στη μητέρα του, γέμισε άγχος και ανασφάλειες και νομίζω πως ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το αίσθημα κατωτερότητας που τον διακατείχε απέναντι στον σκληρό και με έντονη προσωπικότητα πατέρα.

Εφθασε κάποτε η ώρα να γίνει κι αυτός γονιός και ήρθε εις γάμου κοινωνία με μια πανέξυπνη και μορφωμένη κοπέλα από την επαρχία, με την οποία και έκαναν επίσης δυο παιδιά. Το καπρίτσιο της μοίρας θέλησε να επαναληφθεί το παραπάνω σενάριο. Το μικρότερο παιδί γεννήθηκε με ιδιαίτερα προσαρμοστικό και ισχυρό χαρακτήρα, ενώ το μεγαλύτερο με σαθρό υπόβαθρο και, δίχως καν να το υποψιάζεται, με περίεργα γονίδια που θα του σκάρωναν τη χειρότερη φάρσα στη ζωή του. Αυτό το παιδί το ονόμασαν «Ρολογιά»…

Το μικρό αδερφάκι της Ρολογιάς κάποιον Σεπτέμβρη, αρχές δεκαετίας του ’70, χώθηκε κάτω από ένα τραπέζι στο σπίτι του παππού του. Και παίζοντας αμέριμνο κρυφτό, τράβηξε το τραπεζομάντηλο μαζί με τους καυτούς καφέδες που κατέκαψαν το προσωπάκι του. Αμέσως σήμανε συναγερμός και η μητέρα του στάθηκε νυχθημερόν στο πλάι του τοποθετώντας ειδικές κρέμες στα σοβαρά εγκαύματα και προσέχοντας τις νύχτες μήπως γυρίσει πλευρό και τα καμένα σημεία ακουμπήσουν στο μαξιλάρι.

Η Ρολογιά παρακολουθούσε σε ηλικία πέντε ετών να μην της δίνει κανείς σημασία και άρχισε να διαμαρτύρεται-πλην όμως κανένας δεν άκουγε… Κι έτσι, ενεργοποιώντας άθελά της το γονίδιο της υπερευαισθησίας, ανέπτυξε δυσανάγνωστες φοβίες που τη μετέβαλαν από ένα πρόσχαρο παιδάκι σε μια τρομαγμένη φιγούρα που έλεγε συνέχεια: ΦΟΒΑΜΑΙ!

Φοβόταν μην μπλέξει τα ίδια κίτρινα σχολικά που τη μετέφεραν στο σπίτι της και πάρει κατά λάθος άλλο, φοβόταν τα άλλα παιδιά που, πιο σκληραγωγημένα, βασάνιζαν μια χελωνίτσα στην αυλή του παιδικού σταθμού, κρυβόταν πίσω από έναν τοίχο και έκλαιγε: Δεν ήξερε όμως πια αν αυτό το παιδικό ξέσπασμα ήταν για το δύσμοιρο ζώο ή για την ίδια. Φοβόταν τις επισκέψεις στα ξένα σπίτια, φοβόταν τους αγνώστους, φοβόταν τις μεγάλες… λεωφόρους, φοβόταν τα πάντα…

Γαλήνευε μονάχα στον ολάνθιστο κήπο της παλιάς μονοκατοικίας, ηρεμούσε η ψυχή της ανάμεσα στα κατάφορτα οπορωφόρα δέντρα, περιτριγυρισμένη από διάφορα αγαπημένα κατοικίδια και μια… κότα!!! Την Πετρωτή. Που την έβαζε μέσα στο σπίτι, της έριχνε… κολόνια για να μοσχοβολάει, τη χάιδευε. Κι έτσι ένιωσε για λίγο καιρό ευτυχισμένη.

Το δημοτικό σχολείο ήταν δίπλα στο σπίτι της, τα άλλα παιδάκια τής φαίνονταν φιλικά, έκανε παρέες, πολλά κορίτσια ήρθαν πρόθυμα να της μιλήσουν και το αδερφάκι της έγινε τελείως καλά και επουλώθηκαν οι πληγές του, με ένα ανεπαίσθητο σημάδι κοντά στη μασχάλη να θυμίζει στη Ρολογιά το μοιραίο εκείνο φθινοπωρινό πρωινό που παραλίγο να αφήσει το αδερφάκι της παραμορφωμένο φριχτά στο πρόσωπο για μια ζωή. Ωσπου…

Ωσπου οι μορφωμένοι γονείς της αποφάσισαν στο γυμνάσιο να την πάνε σε άλλο σχολείο, απομακρυσμένο από το ασφαλές περιβάλλον τού γεμάτου θαλπωρή δημοτικού και της κοντινής αυλής με τα πολύχρωμα ζουμπούλια, το βαθύ πηγάδι του παππού με το παγωμένο νερό, τον γερασμένο λωτό που κάθε Οκτώβριο έστρωνε με τα πορτοκαλοκόκκινα φύλλα του ένα μαγευτικό χαλί που σε προϋπαντούσε στον τεράστιο κήπο, την καρυδιά με τον άσπρο από τον ασβέστη κορμό που μάταια πάσχιζε να μας προσφέρει έστω και ένα καρπό που να μην είναι κακοφορμισμένος από το σκουλήκι…

Το καινούργιο σχολείο δεν ήταν αυστηρό κι ας έμοιαζε στα μάτια της Ρολογιάς για τέτοιο. Ηταν ρεαλιστικό. Εκεί έξω βρισκόταν απλώς η πραγματική ζωή, χωρίς ασφαλή καταφύγια, πιστά κατοικίδια, πηγάδια με παγωμένο νερό και… μοσχοβολούσες κότες!!! Αλλά μπορούσε η Ρολογιά να αντέξει τόση… πραγματικότητα;

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα.