Η λέξη αγάπη, στη βαθύτερη ουσία της τείνει να ξεχαστεί. Λέγεται κατά κόρον αλλά σαν ευκαιριακό σύνθημα που έχει ευτελισθεί από την κακή χρήση… Αγάπη… Αγαπώ. Σα μια αναζήτηση, σαν προσπάθεια για διάλογο μ’ έναν δυνατό παραλήπτη, σχεδιάσθηκαν οι ακόλουθες γραμμές:

Άκουσα μέσα από τα μακρινά βάθη τη φωνή σου και προσπάθησα να σε πλησιάσω. Προσπάθησα να σου πω κι εγώ με τη δική μου σειρά, αυτή την τόσο απλή και τόσο βαθιά λέξη: Σ’ αγαπώ.

Δεν με είδες όμως… Δεν με άκουσες… Υποχρεώθηκα να φωνάξω. Οσο πιο δυνατά μπορούσα:

Σ’ αγαπώ… Σ’ αγαπώ…

Αλλά η φωνή μου χάθηκε στη μεγάλη πολιτεία, πνίγηκε πίσω από τους μπετονένιους όγκους που της έκλειναν τον ουρανό και από τα παγωμένα πρόσωπα των ανθρώπων.

Δεν με άκουγες… Δεν μπορούσες να με ακούσεις. Κι όμως, το λαχταρούσα τόσο πολύ! Για να μη νομίζεις ότι  φωνή σου έμεινε χωρίς απόκριση, ότι χάθηκε στη μεγάλη, πολυάνθρωπη έρημο.

Την είχα ξανακούσει αυτή τη φωνή μέσα από τη φωτεινή ομολογία της «Αντιγόνης» στη βάναυση αυταρχικότητα του Κρέοντα – του όποιου Κρέοντα:

– Δε γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για ν’ αγαπώ…

Την ξανάκουσα μέσα από το έκπαγλο φως της διδασκαλίας του Ναζωραίου:

– Να αγαπάτε ο ένας τον άλλον.

Τότε τον κάρφωσαν γι’ αυτή Του την εντολή. Τώρα τον δοξολογούν για να ντυθούν ένα άλλοθι, αλλά τον ξανακαρφώνουν με πιο αιχμηρά καρφιά.

Έψαξα να βρω τον λόγο Του. Είχε χαθεί.

Έψαξα να βρω τους σπόρους της διδασκαλίας Του. Είχαν σκορπισθεί στην άνυδρη έρημο. Ήταν άδεια τα χέρια μου, κι άδεια η καρδιά μου. Κι όμως, με όση δύναμη μου απόμεινε, έλεγα και ξανάλεγα του απλούς στίχους:

Σ’ αγαπώ… Δεν μπορώ

τίποτ’ άλλο να πω,

πιο βαθύ, πιο απλό

πιο μεγάλο…

Γέλασαν κάποιοι περαστικοί. Σε ποια γλώσσα μιλούσα τάχα; Στα σανσκριτικά ή σε κάποια ξεχασμένη αφρικανική διάλεκτο; Τι να σήμαινε αυτό το «σ’ αγαπώ»;

Αγωνίστηκα να τους εξηγήσω, μα δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί μου. Εστελνα ένα μήνυμα χωρίς παραλήπτη. Ισως όλοι μας, εσείς, οι άλλοι, εγώ, τα εκατομμύρια των εκατομμυρίων ανθρώπων που συνωθούνται στον άξενο πλανήτη μας, κάπως έτσι νιώθουν: Πομποί χωρίς δέκτες… Μοναχικοί οδοιπόροι στις εχθρικές πολυάνθρωπες πολιτείες. Οι φωνές τους χάνονται, διαλύονται σε άναρθρες κραυγές και σε κλαγγές όπλων:

– Γιατί με σκοτώνεις;

– Γιατί έτσι έμαθα!

– Από ποιον;

– Από τον εχθρό μου.

– Ποιος είναι ο εχθρός σου;

– Εσύ, ο αδελφός μου…

Βλέπω τα ματωμένα χέρια του Κάιν. Ακούω την ύστατη ικεσία του Αβελ. Γυρεύω μια μικρή, μια ελάχιστη γωνίτσα να κουρνιάσω. Την ψάχνω παντού. Απεγνωσμένα. Σε χαμένες ιδέες και σε μεγαλόστομες θεωρίες. Σε πολιτικά συστήματα και σε φιλοσοφικούς οραματισμούς. Και την ξαναβρίσκω σε τούτη την απλή και τόσο μεστή λέξη:

-Σ’ αγαπώ…

Στο βάθος του ορίζοντα αχνοφαίνεται σαν ελπίδα το ουράνιο τόξο…

Σκορπίζει τα γιορταστικά του χρώματα στον, ως πριν λίγο, μολυβένιο ουρανό.

-Σ’ αγαπώ…

Δόξα από φως… Το λέω και το ξαναλέω… Το κραυγάζω με όλη μου τη δύναμη…

-Σ’ αγαπώ …

Το πιστεύω γιατί είναι πια η μόνη πυξίδα μου σ’ έναν κόσμο που παραπαίει.

-Σ’ αγαπώ…

Κι εκεί, από το χάος, έρχεται τώρα ξεκάθαρη η φωνή σου που τραγουδάει την ίδια ευλογία, το ίδιο δοξαστικό…

-Σ’ αγαπώ…

Ίσως αυτό το παραλήρημα είναι στους καιρούς μας πιο επίκαιρο από κάθε άλλη φορά…

Κι ίσως υπάρχουν κάποιοι παραλήπτες… Για να μετουσιώσουν τον μονόλογο σε διάλογο. Την κραυγή της οδύνης σε ψίθυρο αγάπης.

 

Νέστορας Μάτσας