Τη γνώρισα σ’ ένα γνωστό μπαρ της Αθήνας που δεν θα το ‘λεγες και… κυριλέ. Αμέσως μου φάνηκε παράταιρη, ανάμεσα σε ημίγυμνες κοπέλες που φαινόντουσαν πρόθυμες για όλα-και μπορεί να ήταν… Αλλά η Εμμυ ντυμένη συντηρητικά με ένα πουκάμισο και μια ζακέτα έμοιαζε τόσο αταίριαστη με το όλο κλίμα που θαρρούσες πως είχε προσγειωθεί από άλλον πλανήτη.

Με την είσοδό μου στο μπαράκι ήταν κάτι περισσότερο από αναμενόμενο ότι η Εμμυ σ’ εμένα θα ερχόταν πρώτα να μιλήσει, ανακαλύπτοντας το αρσενικό αντίστοιχό της… Με τις πρώτες λιγοστές και αναγνωριστικές κουβέντες, αντιλήφθηκα πως αυτή η συντηρητική εμφάνιση της Εμμυς διόλου άσχετη δεν ήταν με τα στοιχεία του χαρακτήρα της: Μια ώριμη γυναίκα, λίγο πάνω από τα 35, που η φροντίδα της μοναχοκόρης της την ανάγκαζε να κάνει μια δουλειά που σίγουρα σιχαινόταν και για την οποία, φαντάζομαι, δεν θα είχε ποτέ μιλήσει στο παιδί της…

Θα έβαζα το μεγαλύτερο δυνατό στοίχημα, ίσως και όσα χρήματα διαθέτω, ποντάροντας στη σύντομη εθελούσια απομάκρυνση της Εμμυς από το εν λόγω μαγαζί. Αλλά και η Εμμυ μάλλον παραξενευόταν με την παρουσία μου στο μπαρ, ιδιαίτερα μετά τις πρώτες συστάσεις και τη σκιαγράφηση της προσωπικότητάς μου.

Δεν δυσκολεύθηκα καθόλου να πάρω το τηλέφωνο της Εμμυς κι αυτό φυσικά δεν οφειλόταν στο γεγονός ότι η μελαγχολική κοπέλα το έδινε ευχαρίστως παντού. Πολύ γρήγορα αναπτύχθηκε μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ μας, κάτι που την ώθησε κάποτε να γείρει στον ώμο μου και να μου ψιθυρίσει: «Συνέχισε, μου αρέσει να σε ακούω να μιλάς…». Τώρα πλέον υπήρχε ένα παράταιρο ρομαντικό ζευγάρι που αντάλλασσε ματιές και μοιραζόταν τις δύσκολες στιγμές της ζωής του, κάτω από την εκκωφαντική μουσική, τους πυκνούς καπνούς, τους ξελιγωμένους ηλικιωμένους που άνοιγαν σαμπάνιες στις εφήμερες αλλοδαπές συντρόφισσες της μιας βραδιάς, τις ημίγυμνες, προκλητικές γυναίκες, την πιτσιρικαρία που αδέκαρη αρκούνταν στο να παρατηρεί από τα σκαμπό του μπαρ και τον ταλαιπωρημένο και κακοντυμένο ανθρωπάκο που έσερνε τα βήματά του από τραπέζι σε τραπέζι, ρωτώντας τους θαμώνες αν θέλουν να τους φέρει τσιγάρα…

Φεύγοντας πέρσι την τελευταία φορά από το μαγαζί κρατούσα στο μυαλό μου την ενθαρρυντική εικόνα της χαμογελαστής Εμμυς και την υπόσχεση-δέσμευσή της ότι θα βγούμε για φαγητό.

Ολα φάνταζαν ιδανικά για δυο ανθρώπους που δεν συναντήθηκαν κάτω από τις καλύτερες συνθήκες αλλά μοιράζονταν κοινές ευαισθησίες και παρόμοια προβλήματα. Και τίποτε δεν φαινόταν ικανό να διαταράξει την ομαλή πορεία προς μια υγιή σχέση που θα είχε κτιστεί πάνω σε γερά θεμέλια και στέρεες βάσεις. Ενώ ο νους μου εστίαζε στις πιθανές αντιξοότητες που ίσως προέκυπταν από την πλευρά της Εμμυς, για ακόμη μια φορά έκανε την εμφάνισή της η αυτοκαταστροφική μου τάση και τα μαζοχιστικά στοιχεία του χαρακτήρα μου. Επισκέφθηκα εκ νέου το μπαράκι, δίχως να υφίσταται σοβαρός λόγος, περισσότερο παρακινημένος από τη θέληση μιας παρέας. Η Εμμυ ήταν εκεί. Αλλά πριν προλάβει καν να με χαιρετήσει, το ακριβώς αντίθετο της Εμμυς, μια υπερσεξουαλική γυναίκα ελευθερίων ηθών, πολλά υποσχόμενη και με δυσδιάκριτο το όριο μεταξύ της προκλητικής και της πρόστυχης… Δεν παρήλθαν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα για να με… αρπάξει από τους υπόλοιπους φίλους μου και να με καθίσει στο πρώτο πρόχειρο τραπέζι!

Πολλές φορές οι άνδρες, ιδίως εκείνοι που έχουν μείνει πρόσφατα με την… όρεξη, σκεφτόμαστε βιαστικά και παρορμητικά (για να μην χρησιμοποιήσω κάποια αγοραία έκφραση…). Η Εμμυ, που δεν μπορούσε να αντιληφθεί ασφαλώς τον τρόπο σκέψης μου και είχε μείνει στην εικόνα του «καλού παιδιού», πέρασε δυο-τρεις φορές από μπροστά μας με ένα πικρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο χαριτωμένο πρόσωπό της. Αν μεταμορφωνόμουν στον… Μελ Γκίμπσον στην ταινία «Αυτό που θέλουν οι γυναίκες», θα διάβαζα στη σκέψη της ότι «αυτός δεν διαφέρει σε τίποτα από τους άλλους θαμώνες…».

Την τραγική μου επιλογή να αγνοήσω τη σοβαρή Εμμυ για την πρόσκαιρη χαρά τής μιας ώρας συντροφιάς την πλήρωσα ακριβά-μεταφορικά και κυριολεκτικά. Η Εμμυ πολύ συντομότερα απ’ ό,τι πίστευα αποχώρησε από τον χώρο που ούτως ή άλλως δεν ανήκε. Εγώ δεν πήγα ξανά στο μπαρ, γλιτώνοντας κυρίως την… οικονομική μου κατάρρευση! Τα νέα της Εμμυς τα μάθαινα από δυο φίλες της. Χθες πήγα να τη συναντήσω στην πρωινή της εργασία και να της ζητήσω μια ειλικρινή συγνώμη για την απαράδεκτη συμπεριφορά μου. Μου απάντησε δικαιολογημένα: «Εκανες τις επιλογές σου…». Δεν αρνήθηκε να την πάρω τηλέφωνο.

Θα κάνω ακόμη μια προσπάθεια για την Εμμυ. Αλλωστε το αξίζει. Δεν ξέρω αν θα την πείσω. Δεν γνωρίζω αν το ραγισμένο γυαλί ξανακολλά. Αλλά πριν χρησιμοποιήσω όλη μου την πειθώ για να αλλάξω γνώμη στη δύσπιστη πλέον Εμμυ, θα πρέπει πρώτα να πείσω τον «ανυπόμονο» εαυτό μου πως ευκαιρίες δεν παρουσιάζονται πια κάθε μέρα. Και όσο περνάνε τα χρόνια θα σπανίζουν όλο και περισσότερο…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ