της Νατάσσας Χασιώτη

Το προηγούμενο καλοκαίρι ήταν ίσως το καλύτερο της ζωής της Λίνας. Είχε πάει με παρέα να συναντήσει μια άλλη μεγάλη συντροφιά που τους περίμενε σε κάποιο Κυκλαδίτικο νησί. Υπήρχαν ζευγάρια, αλλά τίποτε σταθερό, τίποτε ιδιαίτερο. Έτυχε όλοι, διακριτικά, να “ψάχνονται”, αλλά κατά βάση ήθελαν να διασκεδάσουν, κι έτσι η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή, ευχάριστη, χωρίς εντάσεις, με φλερτ κι έναν θαυμάσιο, όσο και σπάνιο συνδυασμό καλοκαιριού και αληθινής ελευθερίας.

Η Λίνα διασκέδασε αφάνταστα, χόρεψε, φλέρταρε, γέλασε όσο δεν είχε γελάσει τρία χρόνια, από τότε που τους άφησε η μάνα. Ήταν χαρούμενη, ξένοιαστη, και τα αγόρια την ακολουθούσαν σαν υπάκουα σκυλάκια παντού. Η τελευταία βραδιά στην ντίσκο του μικρού νησιού ήταν ιδιαίτερη. Με τον συνοδό της, τον Τάκη, χόρεψε ώσπου εκείνος κουράστηκε, και αφού τον αντικατέστησε με δυ-τρεις άλλους, με φίλες της, αφού χόρεψε σόλο, πήρε μεταξύ σοβαρού και αστείου τον πιο απόμακρο κολλητό του Τάκη, τον Νίκο, να χορέψουν, τον μόνο που δεν χόρευε, της έκανε όμως το χατίρι. Η Λίνα νιώθοντας παράξενα μόλις βρέθηκε κοντά του, τον αγκάλιασε με νόημα, κι εκείνος δεν φάνηκε να αδιαφορεί, το έπιασε το μήνυμα. Για λίγο ξέχασαν τους υπόλοιπους και ακούστηκαν πειράγματα, αν και φαινόταν εντελώς απίθανο να άρεσε ο ένας στον άλλο, τόσο διαφορετικός φαινόταν ο Νίκος από τη Λίνα. Αυτό τη βόλευε.

Άϋπνοι σχεδόν, μαζεύτηκαν όλοι το επόμενο πρωί στο λιμάνι, να πάρουν το πλοίο για Πειραιά. Ο Τάκης έμεινε λίγες μέρες ακόμα στο νησί, κάποιοι κατέβηκαν τελικά στα ενδιάμεσα νησιά, οι περισσότεροι όμως συνέχισαν. Ο πρωινός ήλιος ήταν εκτυφλωτικός. Η Λίνα νύσταζε τρομακτικά, μετά βίας κρατιόταν ώσπου να έρθει το βαπόρι. Σιγόπινε τον καφέ της καπνίζοντας κανένα τσιγάρο που έβγαζε από την τσάντα της μάρκας Fiorucci, επιδεικνύοντας την ταμπακιέρα της όπου τα φύλαγε. Ανέβηκαν στο πλοίο, η Λίνα χαιρέτησε, πήρε το sleeping bag της κολλητής της και αποκοιμήθηκε γρήγορα πάνω σ’ ένα παγκάκι στο κατάστρωμα. Όταν ξύπνησε αναζήτησε τους υπόλοιπους που είχαν μαζευτεί σε ένα απάνεμο σημείο, κουβέντιαζαν και γελούσαν. Ο Μάριος, που τη γούσταρε από καιρό, την είδε και της έκανε νόημα. Η Λίνα έδωσε το sleeping bag στη Φωτεινή και πήγε και χώθηκε σ’ εκείνο του Μάριου προκαλώντας τη ζήλεια μερικών κοριτσιών της παρέας. Η πλάκα συνεχίστηκε μέχρι τον Πειραιά. Ο Νίκος, το φλερτ της (ή η κατάκτηση;) της προηγούμενης βραδιάς, απόμακρος, κάπνιζε σιωπηλά και συμμετείχε λίγο στη συζήτηση σαν να μην είχε γίνει τίποτα, και μόνο πού και πού έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος της Λίνας και του Μάριου. Στον Πειραιά χωρίστηκαν όλοι με φιλιά, και τα δικά του ίσως να κράτησαν κάτι παραπάνω από των υπολοίπων. Το βλέμμα του τελευταία στιγμή φάνηκε σαν να αναζητά κάτι παραπάνω, και η Λίνα με χαλαρό ύφος, του είπε να ανταλλάξουν τηλέφωνα. Δεν πήρε κανένας τους τον άλλο.

Η ζωή συνεχίστηκε με τον Τάκη. Η Λίνα δεν έκανε κάποια κίνηση, φανερά τουλάχιστον, κρυφά είχε καμιά φορά τον νου της μήπως κάπου τον πετύχει στα μέρη που σύχναζε όπως και οι κοινές τους παρέες, και μετά τον ξέχασε. Είχε μάθει εντωμεταξύ ότι βρισκόταν σε μακρινό σημείο της Ελλάδας για δουλειά περιμένοντας τα αποτελέσματα για το πτυχίο. Ο χειμώνας πέρασε γρήγορα και με γκρίνιες καθώς ο Τάκης και η Λίνα προσπαθούσαν να αναθερμάνουν τη σπίθα της παλιάς τους γνωριμίας. Το πανεπιστήμιο, τα μαθήματα, το μεταπτυχιακό του Τάκη, προκαλούσαν άγχος και εκνευρισμό ενώ παρέμεναν ορκισμένοι στην προσπάθεια να μην αφήσουν τον καθωσπρεπισμό να εισχωρήσει ακόμη στις ζωές τους. Περισσότερο η Λίνα δηλαδή, γιατί ο Τάκης γινόταν κτητικός κι αυτό τον έσπρωχνε να καταθέσει τα όπλα της επαναστατικότητας. Εύρισκε υπερβολική την προσκόλληση της Λίνας στην απόλυτη ελευθερία, και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί διάολο δεν μπορούσε να αφοσιωθεί στη σχέση τους, που (του) φαινόταν να την καλύπτει μια χαρά. Η Λίνα χαμογελούσε αινιγματικά κάθε φορά που ανέκυπτε τέτοια συζήτηση. Το θέμα μονογαμία ή όχι, ήταν σημαντικό για ανθρώπους της ηλικίας τους, και ανέκυπτε τακτικά στις παρέες. Ακουγόντουσαν διάφορες γνώμες, καμιά φορά η συζήτηση έπαιρνε πιο έντονο χαρακτήρα, και σπάνια πεταγόταν και καμιά πικρόχολη κουβεντούλα ιδιωτικά, αφού είχαν πάει σπίτι της Λίνας ή του Τάκη, και μάλλον αντίστοιχα πράγματα θα συνέβαιναν έξω από τη δημόσια σφαίρα και με άλλα ζευγάρια της παρέας.

Μέχρι που η Λίνα φίλησε τον Λεωνίδα. Ξεκίνησε σαν στοίχημα, και ο Τάκης έκανε μέρες να το ξεπεράσει. Η Λίνα όμως δεν ξέχασε το φιλί. Ούτε κι ο Λεωνίδας, που για να κάνει το χατίρι του φίλου του, πέταξε αργότερα μια κακία για τη Λίνα. Όταν εκείνη το έμαθε, δεν το άφησε έτσι. Τον πήρε τηλέφωνο και του την είπε άγρια, μπροστά στον Τάκη. Μετά τους παράτησε και τους δυο. Ο Τάκης, ερωτευμένος, γύρισε και ζήτησε ταπεινά συγγνώμη, και μετά συστρατεύθηκε με τη Λίνα. Ο Λεωνίδας έγινε ο παρίας και οι φίλοι απομακρύνθηκαν, ή του μιλούσαν στα κρυφά, γιατί η Λίνα ήταν η ωραιότερη γκόμενα σε όσες παρέες διασταυρωνόταν η τριάδα Λεωνίδας, Τάκης και Λίνα και δεν τον γούσταρε, και έδωσε γραμμή για τον εξοστρακισμό του.

Ο Λεωνίδας έφυγε για ένα διάστημα περιμένοντας απάντηση για το μεταπτυχιακό του. Η απάντηση κάποια στιγμή ήρθε, και ήταν θετική, τον είχαν δεχτεί. Εντωμεταξύ, δούλευε εθελοντής στο νησί που είχε πάει, είχε ξεκουραστεί, είχε ξεκόψει απ’ τα παλιά, και πάλευε τη σχέση του με τη Μαριλένα που είχε περάσει από σαράντα κύματα με τις απιστίες του Λεωνίδα. Έτσι μια μέρα του καλοκαιριού, στη μέση τρομακτικού καύσωνα, πήρε τηλέφωνο τον Τάκη, που έτυχε εκείνη τη στιγμή να είναι μαζί με τη Λίνα. Εκείνη του έκανε νόημα να μιλήσει μόνος του με τον φίλο του και να μην του πει ότι είναι εκεί. Μίλησαν πολλή ώρα μετά από καιρό, χωρίς τυπικότητες και συμφώνησαν να ξανατηλεφωνηθούν την επομένη, “που θα ήταν και η Λίνα εκεί.” Ο Τάκης είχε θέσει το ζήτημα κομψά, ότι τον συζητούσαν πολλές φορές και η Λίνα θα ήθελε να τον δει, και πως ήταν καιρός ένα χρόνο μετά να συμφιλιωθούν. “Το θέλει πολύ κι ο Λεωνίδας, είμαι σίγουρος”, είπε χαρούμενος στη Λίνα ο Τάκης, που του είχε λείψει ο φίλος του κι έβλεπε επιτέλους μια προοπτική συμφιλίωσης.

Τηλεφωνήθηκαν αρκετές φορές, γέλασαν και μίλησαν για τη ζωή του στο νησί, το μεταπτυχιακό, τη Μαριλένα, ο Λεωνίδας ήθελε και τη γνώμη της Λίνας. Κατάφεραν να πουν και τις συγγνώμες εν μέσω αστείων. Ιούλιο, στο τέλος του μήνα, κι ενώ ο καύσωνας τρέλλαινε τους ανθρώπους, και μόνο η ερωτική διάθεση της Λίνας ανέβαινε, ο Λεωνίδας πήρε επιτέλους την απόφαση να έρθει στην Αθήνα. Είχε καιρό μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου για το μεταπτυχιακό, αλλά ήθελε να δει τους φίλους του και επειδή είχε μιλήσει και με τη Μαριλένα, σκεπτόταν πως χρειαζόταν λίγο παραπάνω χρόνο να βάλει μερικά πράγματα σε τάξη, να κανονίσει ίσως διακοπές, και να δει τον Τάκη και τη Λίνα από κοντά. Δεν είπε πότε ακριβώς θα έφτανε, είπε πως θα τους ενημέρωνε την προηγούμενη. Τον περίμεναν γύρω στις 28 χωρίς να είναι σίγουροι. Η ζέστη δοκίμαζε τα νεύρα όλων, τους είχε ρίξει σε ένα είδος απραξίας και ψιλογκρίνιας. Έμεναν μέσα, έκαναν ελάχιστα και έλπιζαν να δροσίσει σύντομα. Δυο μέρες πριν την ημερομηνία που περίμεναν τον Λεωνίδα, ο Τάκης έλαβε ένα τηλεφώνημα από τον Γιώργο, ενώ βρισκόταν δίπλα στην Λίνα διαβάζοντας ένα κόμικ και γελώντας μέχρι δακρύων. Αυτά τα τελευταία θα του χρειάζονταν.

Ο Γιώργος τον ρώτησε αν είχε δει ή ακούσει κάτι στην τηλεόραση για ένα ελικόπτερο που έπεσε. Το όνομα του Λεωνίδα ήταν ανάμεσα στων νεκρών. Πήραν και τον Νίκο, δεν ήξερε τίποτα, ήταν χιλιόμετρα μακριά απ’ την Αθήνα. Όλη η παρέα θα μαζευόταν στο ρεστοράν-στέκι σε μια ώρα: “να είστε εκεί.” Δεκαπέντε άνθρωποι επιβεβαίωσαν το γεγονός πως ο Λεωνίδας είχε σκοτωθεί. Ο Γιώργος μίλησε με τους γονείς του. Ειδοποιήθηκαν κι έρχονταν. Κάτι έσπασε. Ερχόταν νωρίτερα για έκπληξη στους φίλους του και στη Μαριλένα, απρόβλεπτος όπως πάντα, και όχι μόνο σκοτώθηκε, αλλά εξαφανίστηκε μαζί με το ελικόπτερο στα βάθη της θάλασσας. Ο καύσωνας παρέμενε αβάσταχτος αλλά έγινε και τόσο αδιάφορος. Όλοι παγωμένοι, βουβοί. Ούτε δάκρυα, ούτε τίποτα. Η Μαριλένα κάτωχρη στο αεροδρόμιο, οι γονείς αποβιβάζονται. “Μήπως…δεν…;” Το νέο όμως επιβεβαιώνεται. Φτάνει κι ο Νίκος τα μεσάνυχτα. Η ζέστη στο κλειστό σπίτι, αφού όλοι ήταν διακοπές, ασφυκτική. Τώρα είναι γεμάτο κόσμο. Παραγγέλνουν αναψυκτικά, πίτσες, η συζήτηση πάει μέχρι το ξημέρωμα. Κανείς δεν κλαίει. Οι γονείς μπαινοβγαίνουν στην κρεβατοκάμαρά τους, κάποια στιγμή αποσύρονται. Ξημέρωμα, “Νίκο είσαι εντάξει; Θες να μείνει κάποιος εδώ;” Ο Νίκος νεύει αρνητικά. Αύριο πάλι, να δουν πρώτα τα διαδικαστικά. Έχουν ειδοποιηθεί όλοι. Κάθε βράδυ, απόγευμα, η παρέα είναι εκεί. Παίρνουν τον Νίκο έξω για να ξεχαστεί λίγο, τρώνε όλοι μαζί, αφήνουν χώρο στους γονείς να θρηνήσουν. Γίνεται το σώσε όταν μένουν μόνοι τους. Μετά, μόνο κάποια βουβά δάκρυα και ασήμαντες, αδιάφορες κουβέντες έτσι για να μένουν όρθιοι, μοιάζουν με φαντάσματα.

Φίλοι βρίσκονται στο εξωτερικό. Η Λίνα τηλεφωνεί, τους ενημερώνει. Με τον κολλητό της τον Αντρέα τα κουβεντιάζει όλα. Του λέει πόσο την πονάει αυτό που έγινε, ξεσπάει. Κλαίει για ώρα με λυγμούς. Ο Αντρέας την ακούει υπομονετικά και την παρηγορεί. Όταν το τηλέφωνο κλείνει ξεσπάει κι εκείνος σε κλάμα, αλλά η Λίνα θα το μάθει αυτό χρόνια αργότερα. Της το λέει η Αριάδνη, όπως και το ότι ο Τάκης είναι στη Γερμανία όπου βρήκε δουλειά μετά το μεταπτυχιακό του. Πίνουν καφέ στην κουζίνα του σπιτιού της Λίνας, ο Νίκος δεν ακούει τι λένε, μιλάει στο τηλέφωνο. Όταν τελειώνει, τις πλησιάζει, δίνει ένα φιλί στην Λίνα και της κάνει νόημα να του δώσει ένα απ’ τα τσιγάρα της. Κάθεται στην παρέα τους καπνίζοντας και πίνοντας απ’ το φλιτζάνι της Λίνας, κάνοντας πλάκα με τα κουτσομπολιά τους. Κάποια θέματα δεν τα συζητούν: το τέλειο καλοκαίρι τότε στο νησί, και το επόμενο με τον θανατηφόρο καύσωνα.