Έφθασα αγχωμένος στο ραντεβού μισή ώρα νωρίτερα από την προκαθορισμένη. Αργότερα θα μάθαινα πως δεν ήμουν μόνος: Δυο φίλοι, αντιλαμβανόμενοι την αγωνία μου, με ακολούθησαν κρυφά και με είδαν να κοιτιέμαι και να χτενίζομαι στον καθρέφτη του αυτοκινήτου από διπλανό αμάξι που είχε σταθμεύσει κοντά στο δικό μου, θέλοντας να μη χάσουν στιγμή από τον ιεροτελεστία της προσέγγισης του μοναδικού μου έρωτα σε ένα ραντεβού στα τυφλά.

Από κάποιο στενό πετάχτηκε η Σταυρούλα. Τσιμπήθηκα για να δω αν όντως όλα αυτά συνέβαιναν στην πραγματικότητα. «Είσαι η Σταυρούλα;» ψέλλισα με όση περισσότερη ψυχραιμία μπορούσα… «Είσαι ο Ρένος;» με ρώτησε ρητορικά. Επιτέλους άκουγα τη φωνή της. Αλλά η γλώσσα του σώματος με έκανε αμέσως να δυσανασχετήσω. Η απογοήτευση στα ανοιχτόχρωμα μάτια της έκανε την καρδιά μου να χτυπήσει δυνατά. «Νόμιζα πως ήσουν άλλος…» συμπλήρωσε… Ομως, δεν χρειαζόταν καν να μπει στον κόπο να το αναφέρει: Ηταν ολοφάνερο πως η Σταυρούλα πίστευε πως μια διαφορετική φιγούρα θα την περίμενε έξω από την κεντρική είσοδο του ξενοδοχείου. Στα κλάσματα του δευτερολέπτου που μεσολάβησαν μέχρι να βρω την πιο κατάλληλη απάντηση, μια φευγαλέα σκέψη πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό μου: «Πρόσεξε μην κάνεις το μοιραίο λάθος…», η προτροπή της φίλης της Ηλιάνας. Το «μοιραίο λάθος» εκείνη ακριβώς την ώρα που θαρρείς πως σταμάτησε ο χρόνος ήταν δυστυχώς η ίδια μου η παρουσία. Αλλά αφού είχα μπει ήδη στο γήπεδο, έστω κι αν πλέον οι πιθανότητες επιτυχίας μειώνονταν δραματικά, έπρεπε με όσε δυνάμεις διέθετε να αγωνιστώ. Και ό,τι έβγαινε…

Κάθε… ιδιαίτερο ραντεβού μου λάβαινε χώρα στο Cafe de lapaix, στην πάνω πλατεία της Αγ. Παρασκευής. Εκεί μονάχα ένιωθα ασφαλές και οικείο το περιβάλλον, εκεί μπορούσαν να αναπτύξω άνετα τις όποιες απόψεις μου, εκεί με γνώριζαν προσωπικό και θαμώνες ως δικό τους άνθρωπο κι εκεί, φυσικά, πήγα τη Σταυρούλα. Και αν προέκυψε για την πεσμένη ψυχολογία μου κάτι καλό εκείνες τις αλησμόνητες στιγμές ήταν η απουσία του μόνιμου συντρόφου μου, του άγχους. Και γιατί να ανησυχώ; Η κοπέλα των ονείρων μου περίμενε άλλο πρόσωπο, το είχα πάρει πια απόφαση. Θα πίναμε έναν καφέ και θα γυρνούσαμε ο καθένας σπίτι του δίχως να συναντηθούμε ποτέ ξανά…

Η συζήτησή μας ξεκίνησε με αναφορές στις οικογένειές μας, στις σπουδές και στα επαγγελματικά μας όνειρα. Κάποια στιγμή αφήσαμε στην άκρη τα προσωπικά μας και επεκταθήκαμε σε φιλοσοφικές αναζητήσεις, ανταλλάσσοντας απόψεις και εκτιμήσεις για την ύπαρξη του Θεού, για την πορεία της κοινωνίας, για την Ελλάδα και για την εκπαίδευση. Η στιχομυθία, περνώντας και η ώρα, έτεινε να βαλτώσει και έπρεπε να αποφύγω τη δύσκολη εκείνη στιγμή που κοιτιέσαι με τη συνοδό σου στα μάτια και παρατηρείς βλακωδώς: «Ωραίος καιρός σήμερα, ε;».

Και τότε, την πιο κρίσιμη στιγμή, που ένας μεγάλος έρωτας παιζόταν σε μια ζαριά θυμήθηκα τον αγαπημένο μου συγγραφέα Νίκο Δήμου: «Ξέρεις, Σταυρούλα, ο Δήμου υποστηρίζει πως τελικά ο Χριστός πήρε μαζί του και τον άλλον ληστή στον παράδεισο, αφού η δήθεν αμαρτία του ήταν να ρωτήσει το αυτονόητο, αυτό που ο καθένας μας περιμένοντας μαρτυρικά πάνω στον σταυρό, γνωρίζοντας το επερχόμενο τέλος του θα έκανε. ‘Αφού υποστηρίζεις πως είσαι ο υιός του Θεού γιατί δεν κάνεις κάτι να σωθείς και να σώσεις και μας;’ Ποιος θα έλεγε κάτι διαφορετικό εκείνη την ώρα;». Η Σταυρούλα χαμογέλασε. Η ορθολογική σκέψη του συγγραφέα υπήρξε καταλυτική. Τα πρώτα ενθαρρυντικά σημάδια έκαναν την εμφάνισή τους. «Περνάω πολύ ωραία μαζί σου…» ήταν οι αισιόδοξες κουβέντες της που φαινόντουσαν να ανατρέπουν το σκηνικό. «Αλλά τώρα πρέπει να φύγουμε…» κατέληξε και επιχείρησε να βγάλει ένα νεανικό συμπαθητικό πορτοφολάκι από την τσάντα της. «Ασφαλώς θα αστειεύεσαι» την αποπήρα και φώναξα τη σερβιτόρα. «Την επόμενη φορά όμως θα πληρώσω εγώ…». Η τελευταία της φράση περιείχε αυτό που περίμενα από την ώρα που η φίλη της με προειδοποιούσε για τον άστατο χαρακτήρα της: Ναι, θα βγαίναμε ξανά μαζί. Ναι, θα είχα την ευκαιρία μου. Ναι, θα την έβλεπα και πάλι. Και τα βήματά μας οδήγησαν στο αυτοκίνητό μου. «Μέσα σε δυο ώρες είπαμε τα πάντα» παρατήρησε η Σταυρούλα που έμοιαζε να απολαμβάνει πλέον το πρώτο μας ραντεβού. «Οχι τα πάντα, Σταυρούλα» της αντέτεινα. «Δηλαδή;» μου απάντησε με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «Ακόμα δεν σου έδειξα κάτι..». Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη φράση μου την είδα να με παρατηρεί αφημένη και δεκτική. Και δεν έχασα την αληθινή ευκαιρία. Εσκυψα και όσο πιο ευγενικά και στοργικά μπορούσα της χάρισα ένα ρομαντικό και βαθιά ερωτικό φιλί. Δεν αντέδρασε. Και συνέχισα να τη φιλάω. Για περίπου πέντε λεπτά τα ενωμένα χείλη μας δεν άλλαξαν θέση. Η Σταυρούλα είχε παραδοθεί…

Ενα απόγευμα που ξεκίνησε με το ραντεβού στα τυφλά, που απογοητεύθηκε και μου το έδειξε με τον πιο σαφή τρόπο, που κόντεψα να πέσω σε μελαγχολία, που προσπάθησαν και απέφυγα το «μοιραίο λάθος» είχε κατάληξη ένα παθιασμένο, βραδινό φιλί που ερχόταν να επισφραγίσει τη σχέση μου με τον έρωτα της ζωής μου. «Θα τα πούμε αύριο» ήταν οι τελευταίες της λέξεις έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας της κοντά στην Πανόρμου. Με φίλησε ξανά, και ξανά, και ξανά… Και με τη γεύση της Σταυρούλας στα χείλη τράβηξα για το σπίτι μου. Είχα ζευγαρώσει με την κοπέλα που δεν αντάλλαξα μιλιά στο πάρτι στην Πατησίων. Το άπιαστο όνειρο. Την ασύλληπτη προσδοκία. Τον μεγαλεπήβολο στόχο. Τη γοητευτική, θελκτική, αισθησιακή, πανέμορφη, καστανόξανθη Σταυρούλα με τα εκφραστικά μεγάλα πράσινα μάτια. Τον πρώτο πραγματικό έρωτα της ζωής μου. Κι εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Το βράδυ που η επιθυμία και η πραγματικότητα επιτέλους συναντήθηκαν…

 

(συνεχίζεται την επόμενη εβδομάδα)

Ρένος Μπαλής