1.060 χιλιόμετρα για να (μην) δω τη Σταυρούλα

Το γλυκό πρωινό ξύπνημα (μην με ρωτήσετε μέρα και ώρα-μόνο τη χρονιά θυμάμαι…) με τη μεθυστική γεύση της Σταυρούλας στα χείλη ήταν ό,τι πιο συναρπαστικό θυμόμουν τα τελευταία πέντε τουλάχιστον χρόνια. Συνήθως έχω ένα κακό προαίσθημα όταν πρόκειται κάτι δυσάρεστο να συμβεί αλλά δεν ένιωσα ποτέ έτσι και ετοιμάστηκα για το πρώτο τηλεφώνημα της ημέρας που θα γινόταν πού αλλού; Στη γοητευτική αλλά και απόμακρη Σταυρούλα, στη Σταυρούλα που γνώρισα τυχαία σε ένα πάρτι που στην αρχή βαριόμουνα να πάω, στη Σταυρούλα που με κεραυνοβόλησε ερωτικά, στη Σταυρούλα που ήταν η πρώτη γυναίκα που ερωτεύτηκα πραγματικά, στη Σταυρούλα που με πήρε αναπάντεχα τηλέφωνο, που συνάντησα σε ραντεβού στα τυφλά στο President, που διαισθάνθηκα την απογοήτευσή της όταν με είδε, που θεώρησα χαμένη υπόθεση εξαρχής, που ήπιαμε παρέα καφέ, που δίχως να το καταλάβω και να το πιστεύω άρχισε στη διάρκεια της συζήτησης να ενδιαφέρεται, στη Σταυρούλα που πρωτοφίλησα στο αυτοκίνητο στην Αγ. Παρασκευή, στη Σταυρούλα με την οποία είχα ήδη σχέση. Και δεν ήταν όνειρο…

Το τηλέφωνο σήκωσε η κολλητή της φίλη και μου απάντησε κάτι που θα παρομοίαζα μονάχα με γλυκιά μελωδία: «Αμάν, τι της έκανες χθες το βράδυ και μας έχει… πρήξει με σένα…». Δεν μπορεί να συμβαίνει στην πραγματικότητα αυτό σκέφθηκα στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν μέχρι να ακούσω στη γραμμή τη φωνή της Σταυρούλας, η οποία με καλημέριζε με την ίδια ζέση που με είχε αποχαιρετήσει το προηγούμενο βράδυ.

Στο μπαρ του «Ανδρόνικου» στο Κάτω Χαλάνδρι, κοντά στα σύνορα με το Ν. Ψυχικό είχε κλειστεί το επόμενο ραντεβού για τέσσερις: Τη Σταυρούλα, εμένα μια φίλη της και έναν φίλο μου. Δεν θυμάμαι ποιος φίλος μου ήταν πόσω μάλλον τη φίλη της. Ούτε και με ενδιέφερε… Η κίνηση της Σταυρούλας, στη μέση της λεωφόρου, να σταθεί στις μύτες των ποδιών της για να με φιλήσει ανυπόμονα και με πάθος (δεν ήταν κοντή, εγώ ήμουν πολύ ψηλός…) ήταν από τι στιγμές που και η πλούσια σε επίθετα ελληνική γλώσσα αδυνατεί να περιγράψει: Τα μοναδικά συναισθήματα, τον δυνατό χτύπο της καρδιάς, το ταξίδεμα του μυαλού… Ναι, ίσως για πρώτη φορά μετά από πέντε ολόκληρα χρόνια ήμουν στ’ αλήθεια ευτυχισμένος. Και για πρώτη φορά στη ζωή μου αναρωτήθηκα πώς ν’ αντέξει κάποιος τόση ευτυχία;

Οι αγκαλιές, τα χάδια και τα φιλιά με τη Σταυρούλα έκαναν τον χρόνο να τρέξει σαν τρελός και τη μνήμη να σβήσει οτιδήποτε άλλο κι αν συνέβη εκείνο το βράδυ. Ηθελα να σπάσω όλα τα ρολόγια που κατάπιναν αδηφάγα τον χρόνο σαν να ήταν το τελευταίο βράδυ μαζί της. Θα το είχα κάνει αν ήξερα πως πράγματι δεν θα υπήρχε άλλο…

Πέρασαν λίγες μέρες. Κάποια τηλέφωνα, μια επίσκεψη σπίτι της όπου όμως δεν συνέβη τίποτα-μην ξεχνάτε και τις παραινέσεις της φίλης της περί «μοιραίου λάθους» που θα μου στερούσε τη Σταυρούλα για πάντα. Μιλήσαμε αρκετές φορές στο τηλέφωνο. Μου υποσχέθηκε κάποια ραντεβού που ανεξήγητα αναβλήθηκαν. Δεν έδωσα σημασία. Αλλωστε η Σταυρούλα δεν έδειχνε διαφορετική-κάθε άλλο. Ωσπου ένα απόγευμα μου αποκάλυψε πως δεν μπορούσε να με δει. Θύμωσα με τις συνεχείς αναβολές. Της μίλησα όμως ψύχραιμα, παρότι με παρέπεμπε στην επόμενη εβδομάδα, και την πίεσα: «Θέλω να σε δω, μου λείπεις…». Η Σταυρούλα δεν εκνευρίστηκε. Δεν μου αντιμίλησε. Δεν θύμωσε με τη συμπεριφορά μου. Απλώς μου απάντησε ήρεμα: «Με πιέζεις πολύ. Δεν μου αρέσει να με πιέζουν. Καλύτερα να σταματήσουμε εδώ. Καλύτερα να μην με ξαναπάρεις…».

Μέχρι τότε, μέχρι τη στιγμή που η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια μου, αδυνατούσα να καταλάβω γιατί ορισμένοι άνθρωποι δίνουν τέλος στη ζωή τους για έναν έρωτα όσο μεγάλος και να ήταν. Τότε θα το αντιλαμβανόμουν μια και καλή. Οταν όλα γύρω μου σκοτείνιασαν. Ηταν η ώρα που κάθε λογική σκέψη εξαφανίστηκε. Και ήθελα μονάχα να πεθάνω…

Περνώντας κάποιες ώρες-που δεν μπορώ να μετρήσω-μέχρι να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς μου συνέβη, θυμήθηκα κάτι που με έκανε να αναθαρρήσω: Της πρότεινα να πάω στο σπίτι της για να συζητήσουμε και μου απάντησε πως δεν θέλει γιατί «είμαι πειστικός και θα της αλλάξω γνώμη και αυτή δεν θέλει να αλλάξει γνώμη…». Μα αν μπορούσα να την κάνω να το ξανασκεφθεί υπήρχαν ελπίδες. Και αποφάσισα να κάνω κάτι που δεν είχα ποτέ επαναλάβει: Να πάω μόνος μου σε ένα μπαράκι και να πιω. Η αλήθεια είναι πως δεν μου αρέσει καθόλου το ποτό. Αλλά δεν θα έπινα για να μεθύσω. Παρά μόνο για να σκεφθώ. Και χρειαζόμουν ησυχία και μοναξιά για να δω πώς θα αντιμετωπίσω την κατάσταση. Επέλεξα τον «Ανδρόνικο». Σαν να ήθελα να κάνω… αναπαράσταση του τελευταίου μας ραντεβού ως ερωτευμένοι. Και πήγα…

Δυο μικρές μπύρες για μένα ήταν υπέρβαση. Το μικρό «παραστράτημα» που είχα όσο ποτέ ανάγκη για να συλλογιστώ και να σχεδιάσω. Την επανάκαμψη τη δική μου. Και της Σταυρούλας…

Εδώ χρειάζονται δραστικά μέτρα. Η επίσκεψη στο σπίτι της αποκλείστηκε λόγω της πιθανότητας να μην ανοίξει καν την πόρτα. Και τότε μου καρφώθηκε στο μυαλό μια καταπληκτική ιδέα. Δύσκολα εφαρμόσιμη. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα πιο δύσκολο από τον έρωτα χωρίς ανταπόκριση. Πλέον ήμουν αποφασισμένος για όλα. Θυμήθηκα πως η Σταυρούλα καταγόταν από ένα χωριό έξω από τη Νάουσα με περίεργο όνομα. Και θα πήγαινε εκεί τις μέρες των γιορτών. Και αν ανέβαινα στη Νάουσα…;

Οχι, δεν ήταν δυνατόν να μη με δεχθεί. Αλλωστε δεν θα έφευγα αμέσως. Είχαμε αρχές Δεκεμβρίου κι εγώ θα επισκεπτόμουν την Ημαθία τα Χριστούγεννα. Αρα, υπήρχε ο απαραίτητος χρόνος για να οργανώσω όσο μπορούσα καλύτερα το σχέδιό μου κι εκείνη να ηρεμήσει και να σκεφθεί πιο ψύχραιμα. Το θολωμένο μυαλό μου εκείνο το βράδυ ήταν γεμάτο από ανεξάντλητες σκέψεις και περίπλοκους προγραμματισμούς. Ένα πράγμα μόνο δεν μου πέρασε από τον νου: Κι αν η Σταυρούλα είχε κι άλλη σχέση;

Το σχέδιο μπήκε σε πλήρη εφαρμογή. Βρήκα στο 131 (άλλες εποχές…) το τηλέφωνό της και έπεισα τη φίλη μου την Αναστασία να πάρει δήθεν από μια εταιρεία κούριερ για την παράδοση ενός δέματος. Η μητέρα της έτσι μας έδωσε και τη διεύθυνση. Και ετοιμάστηκα για το μεγάλο-κυριολεκτικά και μεταφορικά-ταξίδι. Που είχε προγραμματιστεί για τις 23 Δεκεμβρίου. Προπαραμονή Χριστουγέννων. Δίχως άλλη ειδοποίηση. Και η Σταυρούλα θα έπεφτε από τα σύννεφα. Μπορεί και στην αγκαλιά μου… Αλλά αυτό ήταν το καλό σενάριο…

Ισως να μην είχα λαχταρήσει ποτέ τέτοιο πρωινό ξύπνημα. Η αδερφή μου που θα με συνόδευε σε αυτή την περιπέτεια ζωής ήταν ήδη έτοιμη. Το δυνατό κρύο και η πρωινή καταχνιά έμοιαζαν αδιάφορα εμπόδια. Ξεκινήσαμε. Προορισμός το χωριό έξω από τη Νάουσα. Κατάπιαμε περίπου 500 χιλιόμετρα. Δεν θυμάμαι τίποτα από τη διαδρομή. Μονάχα ένα πετρόκτιστο καφέ στα όρια του νομού Ημαθίας. Ισως έξω από την Αλεξάνδρεια. Τελευταία στάση πριν ξαναδώ τον μεγάλο μου έρωτα. Αυτό προσδοκούσα. Ομως η πρώτη γουλιά του ζεστού καφέ και οι πρώτες στάλες που κύλησαν στα ξύλινα παράθυρα, το χειμωνιάτικο τοπίο με τα γυμνά πλατάνια και η αγωνιώδης αναμονή με έπεισαν πως και το ταξίδι άξιζε τον κόπο.

Προς το μεσημέρι φθάσαμε κατάκοποι στο χωριό της Σταυρούλας. Βρήκαμε αμέσως το σπίτι. Απέναντι ήταν μια πανσιόν. Η μεσήλικας κυρία που μας προϋπάντησε στη ρεσεψιόν μάς κοίταγε με εκείνο το αναγνωρίσιμο βλέμμα γεμάτο καχυποψία σε δύο εντελώς άγνωστους που έρχονταν για πρώτη φορά στο χωριό της μέσα στο καταχείμωνο. Αφελώς τη ρώτησα αν γνωρίζει τη Σταυρούλα αλλά η καταφατική και παράλληλα αμήχανη στάση της μάλλον με τρόμαξε. «Εδώ απέναντι μένει…».

Σχημάτισα τον αριθμό του τηλεφώνου της στην αναλογική συσκευή. Το σήκωσε η ίδια. «Είμαι ο Ρένος…». «Μπορείς να βγεις και να κοιτάξεις έξω από το παράθυρό σου;». Σε όσους η σκηνή θύμισε συνειρμικά εκείνη με την Ιουλιέτα στο μπαλκόνι και τον Ρωμαίο τούς πληροφορώ πως κάπως έτσι αισθάνθηκα κι εγώ. Οχι όμως και η Ιουλιέτα-Σταυρούλα…

Ψυχρή, αδιάφορη και απόμακρη αναρωτήθηκε πώς βρέθηκα εκεί. Ενθουσιασμένος της απάντησα: «ΕΚΠΛΗΞΗ!». «Πότε να περάσουμε να σε πάρουμε;» ήταν η αυθόρμητη πρώτη πρόταση με την αδερφή μου να μου τραβάει το ακουστικό για να ακούσει τη στιχομυθία. «Ξέρεις, Ρένο, δεν μπορώ να βγω έξω. Μόλις γύρισα από μια βόλτα, άλλωστε είναι χωριό και θα μας δουν, είχαμε και το πένθος στο σπίτι…». Το πένθος. Το χωριό. Η βόλτα. Την παρακάλεσα: «Εκανα, Σταυρούλα, 530 χιλιόμετρα για σένα…». «Δεν έπρεπε να έρθεις χωρίς ειδοποίηση, Ρένο… Αλλά αφού ήρθες πήγαινε μια εκδρομή να δεις τη Νάουσα. Και θα τα πούμε στην Αθήνα…». Οι τελευταίες λέξεις της Σταυρούλας έμοιαζαν περισσότερη με ειρωνεία και μια απροσδιόριστη υπόσχεση άμα τη επιστροφή της στο κλεινόν άστυ.

Χωρίς άλλη κουβέντα προετοίμασα την αδερφή μου ότι πρέπει να γυρίσουμε. Η κυρία στη ρεσεψιόν κατάλαβε. «Τι να σου πω, παιδί μου…» ψέλλισε με οίκτο. Αγγιξα το μέτωπο της αδερφής μου. Εκαιγε στον πυρετό. Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε. Το τελευταίο που άκουσα ήταν κάτι ακατανόητες βρισιές από έναν 60άρη που δεν γνώριζα γιατί με έβριζε. Το μόνο που θυμόμουν επιχειρώντας να τακτοποιήσω τις σκέψεις μου ήταν μια εικόνα από τον ερχομό στο χωριό. Ένα μαύρο αυτοκίνητο. Πόρτα ορθάνοιχτη. Και από μέσα βγήκε μία που έμοιαζε με τη Σταυρούλα. Αλλά ένας νεαρός είχε περασμένο το χέρι του στη μέση της. Και τότε κατάλαβα…

Πλησιάζοντας στη Λάρισα η αδερφή μου που ψηνόταν στον πυρετό με ρώτησε αν φθάνουμε στην Αθήνα. Κοντά ήμαστε αποκρίθηκα, ενώ σκεφτόμουν ποιο ήταν το μοιραίο λάθος που είχα κάνει και έχασα τη Σταυρούλα. Ισως ότι ερωτεύτηκα τη Σταυρούλα…

Υ.Γ.: Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή με κάθε πιθανή λεπτομέρεια που θυμάμαι. Η Σταυρούλα δεν λεγόταν Σταυρούλα. Αλλά δεν μπορώ να την εκθέσω. Και η ιστορία δεν είχε τελειώσει όπως θα πιστέψατε

 

(συνεχίζεται την επόμενη εβδομάδα)

Ρένος Μπαλής