Και ο έρωτας για τη Σταυρούλα δεν τελειώνει

Υπάρχει μια βασική, ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα: Έχω πάντοτε την αίσθηση ότι το ενδιαφέρον ενός άνδρα ή αντιστοίχως η αδιαφορία του είναι πιο ακλόνητα από εκείνα των γυναικών. Γράφοντας από την ανδρική πλευρά, θεωρώ πως το αντίθετο συμβαίνει με τις τελευταίες. Οσες φορές δοκίμασα την τύχη μου υπήρξε έστω μια φορά που το «όχι» που άκουσα αρχικά ή φαινόταν πως η ιστορία θα κατέληγε εκεί, δεν ήταν τόσο απόλυτο και η αντίσταση θα μπορούσε εκείνη τη φευγαλέα στιγμή των ελάχιστων δευτερολέπτων να καμφθεί…

Ξαναγυρίζοντας στον έρωτα της ζωής μου, τη γοητευτική μα και συνάμα αινιγματική Σταυρούλα, η αλήθεια είναι ότι επιστρέφοντας σαν βρεγμένη γάτα στην Αθήνα, ξημέρωνε παραμονή Χριστουγέννων. Ούτε την Αγια Νύχτα δεν τόλμησα να εκμυστηρευτώ στους πιο στενούς μου φίλους την περιπέτεια με το απρόσμενο, απογοητευτικό και δυσάρεστο τέλος. Μασώντας τα λόγια μου, απλώς τους ανέφερα πως η κοπέλα αντιμετώπιζε πρόβλημα με τον θάνατο συγγενικού της προσώπου και κωλυόταν να με δει. Τώρα, βέβαια, που το σκέφτομαι, δεν νομίζω πως θα βρέθηκε κανένας να πιστέψει ύστερα απ’ όλα αυτά ότι διατηρούσα την παραμικρή ελπίδα να δοθεί συνέχεια στη… διήμερη σχέση με τη Σταυρούλα.

Δεν γνωρίζω αν πιστεύετε στο πεπρωμένο, στην ειμαρμένη, στο γραφτό-προσωπικά θεωρώ πως εμείς ήμαστε υπαίτιοι για ό,τι μας συμβεί εκτός φυσικά από τα απρόβλεπτα προβλήματα της υγείας.

Ετσι, αφού πήρα καμιά-δυο φορές τηλέφωνο τον έρωτά μου και αντιμετώπισα την ψυχρότητα και αδιαφορία της Νάουσας με τα μισόλογα και τις αστείες δικαιολογίες, εγκατέλειψα την προσπάθεια…

Θα έπρεπε να περάσουν σχεδόν δυο χρόνια, να αποφασίσω ενήλικας να βελτιώσω τα αγγλικά μου, να απευθυνθώ σε υποκατάστημα της Ευρωγνώσης κάπου στα βόρεια προάστια, να γνωρίσω εκεί την τετραπέρατη, διορατική και χαρισματική υπεύθυνη, να της διηγηθώ την ιστορία που διαβάσατε και εκείνη να με παροτρύνει να δοκιμάσω εκ νέου την τύχη μου. Ίσως, σκέφθηκα, τα δύο χρόνια που μεσολάβησαν να άλλαξαν άποψη στη Σταυρούλα για το άτομό μου ή ακόμη και να άλλαξαν την ίδια τη Σταυρούλα…

Η πανέξυπνη, συμβουλάτοράς μου κυρία της Ευρωγνώσης μού μίλησε ευθέως και σταράτα: «Αφού πρόκειται για τον έρωτα της ζωής σου επιβάλλεται να προσπαθήσεις και πάλι. Μπορεί τώρα τα πράγματα να είναι διαφορετικά». Στην προσωπική μου ζωή ελάχιστα είχαν αλλάξει στο μεσοδιάστημα: Εξακολουθούσα να βρίσκομαι εγκλωβισμένος σε μια ανιαρή και βαρετή σχέση που η μόνιμη σύντροφός μου ανασφάλεια λειτουργούσε αναβλητικά και απαγορευτικά στο να σταματήσω να διαιωνίζω το τίποτα…

Ομως, η υπεύθυνη της Ευρωγνώσης ήταν αποφασιστική και επίμονη: «Προσπάθησε ξανά, ξανά, ξανά…». Αφού διαπίστωσα πως η διεύθυνση κοντά στην Πανόρμου παρέμενε η ίδια, έστειλα με τον Γιάννη, τον πιο έμπιστό μου… ανθοπώλη, τον άνθρωπο των ειδικών αποστολών, ένα μπουκέτο ορχιδέες με μια κάρτα που έγραφε: «Θα χαρώ πολύ να μάθω νέα σου, Ρένος» και ασφαλώς… συνημμένο το κινητό μου.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως ήταν Σάββατο. Μέχρι το βράδυ δεν είχε ακουστεί ούτε φωνή ούτε ακρόαση από τη Σταυρούλα, κάτι που με έπεισε πως ο κόπος μου πήγε τζάμπα όπως το ταξίδι στη Νάουσα, η πειθώ μου, ο αγώνας μου να κλείσω ραντεβού, το ξενύχτι, το χτυποκάρδι και οι αγωνίες μου. Μπαϊλντισμένος με όλα αυτά πήρα τη βιαστική απόφαση να βγω με έναν φίλο μου και την αδιάφορη σχέση για ένα ποτό στο JacksonHall.

Από ολόκληρη Αθήνα, από χιλιάδες κλαμπ και καφετέριες, από αναρίθμητα μέρη διασκέδασης, η Σταυρούλα και η παρέα της το ίδιο βράδυ επέλεξε το ίδιο μέρος και την ίδια ώρα για τη σαββατιάτικη έξοδό της!!! Χωρίς να το πολυσκεφθώ, έκανα νόημα στον φίλο μου που γνώριζε την ιστορία και είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα να πάρει την… κατάλληλη θέση δίπλα στον δεσμό μου και να φαίνομαι εγώ ο τρίτος της παρέας, ο οποίος είχε αποσυρθεί διακριτικά σε κάποιο μισοσκότεινο μέρος του μαγαζιού. Δεν έτρεφα αυταπάτες πως η Σταυρούλα δεν θα με έβλεπε. Μόνο παρακαλούσα πλέον να περάσει όσο το δυνατό γρηγορότερα η ώρα για να πάψω να είμαι ένας… κινούμενος στόχος. Το μόνο που με απασχολούσε και με έκανε να λησμονήσω οτιδήποτε άλλο, όπως το ποιος έφυγε πρώτος, ήταν πώς είναι δυνατόν δυο ολόκληρα χρόνια να μην έχω πετύχει τη Σταυρούλα πουθενά (αναμενόμενο) και να την ξαναδώ-θυμηθείτε όχι μετά τη Νάουσα αλλά στη διήμερη σχέση- τη μέρα ακριβώς που έστειλα την ανθοδέσμη!!!

Οταν την Κυριακή το απόγευμα επέστρεψα από τον συνηθισμένο καφέ στο πατρικό μου τα λόγια του πατέρα μου ήχησαν σαν ψαλμός αγγέλων: «Σε πήρε κάποια Σταυρούλα τρεις φορές και είπε να την καλέσεις…»! Η Σταυρούλα. Που δεν εμφανίστηκε ποτέ στη Νάουσα. Που με ανάγκασε να γυρίσω άπραγος πίσω μετά από 1060 χιλιόμετρα. Που δεν μου εξήγησε ποτέ την τουλάχιστον αλλόκοτη συμπεριφορά της. Που δεν με άφησε να… τη χαρώ περισσότερο από δύο μέρες, με πήρε τηλέφωνο. Επειτα από δύο ολόκληρα χρόνια…

Ασφαλώς και την πήρα πίσω, δέχθηκε αμέσως την πρότασή μου για ποτό, βγήκαμε μαζί και δεν μίλησε ποτέ κανείς για τη Νάουσα, τη διήμερη σχέση, το Jackson Hall, σαν να βγαίναμε για πρώτη φορά, σαν η αχλύς του χρόνου να είχε καλύψει τα πάντα ή σαν κάποιος να έσβησε από τη μνήμη μας όλα τα γεγονότα που συνέβησαν μεταξύ μας, τα οποία δεν ήταν και ασήμαντα…

Η Σταυρούλα ήταν εμφανώς αλλαγμένη προς το καλύτερο: Διαλλακτική, προσηνής, ευπροσήγορη, μέχρι και πρόθυμη… Βγήκαμε και πάλι, πήγαμε και την πήραμε μια μέρα από τον Σταθμό Λαρίσης, κάποιο Πάσχα πήγα με έναν φίλο κάπου στον Κάλαμο, αν θυμάμαι καλά, σε φιλικό της σπίτι. Και η Σταυρούλα συνέχιζε να παρουσιάζει αυτό το μυστηριώδες πρόσωπο: Μια ανοιχτή σε κουβέντα και μια χαμένη στις σκέψεις της, μια χαμογελαστή και μια σκυθρωπή, μια ευεπίφορη και μια διστακτική. Και κάπως έτσι περνούσε ο καιρός αλλά η-φιλική προς το παρόν- σχέση μας οδηγείτο σε αδιέξοδο. Και τότε πήρα τη μεγάλη απόφαση να κάνω το τεράστιο βήμα για τον εξωστρεφή, αλλά και τόσο μαζεμένο Ρένο, τον Ρένο που μπορούσε να μεταπείσει μια γυναίκα που τον απεχθάνεται και παράλληλα να χάσει μια άλλη τρελά ερωτευμένη μαζί του. Τον αντιφατικό Ρένο, την αφεντιά μου που ταλαιπωρούσαν οι κοπέλες και που δεν μπόρεσε μέχρι τότε να διαβάσει το μυαλό τους ποτέ, πόσω μάλλον να κατανοήσει αυτές τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές.

Καταλαβαίνω τι σκέφτεστε. «Αφού είχες σχέση, βρε αδερφέ…». Συγνώμη αλλά δεν αρκεί ούτε ο χώρος του κειμένου ούτε ο χρόνος για να σας εξηγήσω ότι μόνο παλιάνθρωπος δεν ήμουν…

Το τελικό σχέδιο που θα οδηγούσε την κυκλοθυμική Σταυρούλα στην αγκαλιά μου ή δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ στη ζωή μου μπήκε σε δράση. Της έστελνα γραπτά μηνύματα από αριθμό τηλεφώνου που δεν γνώριζε και με δυο λόγια τής εξηγούσα ότι υπάρχει κάποιος τρελός για εκείνη που αυτή αγνοούσε συστηματικά. Με έπαιρνε τηλέφωνο, δεν απαντούσα, της έστελνα μηνύματα, και αυτό το… γαϊτανάκι συνεχιζόταν… Σαν το πρώτο μας ραντεβού στα τυφλά έξω από το President…

Σκεφτόμουν και γελούσα μοναχός μου ότι έπρεπε να παρέλθουν πάνω από δύο χρόνια για να βρεθούμε ακριβώς στην ίδια κατάσταση: Η Σταυρούλα να μην ξέρει ποιος την πολιορκεί. Ωσπου κάποτε της έστειλα γραπτώς την επιθυμία μου να τη συναντήσω. Και το πιο παράξενο ήταν πως η Σταυρούλα δεν υπήρξε αρνητική-αντιθέτως κλείσαμε ραντεβού κάποιο Σάββατο σε ένα κλαμπ στο Σύνταγμα-μου διαφεύγει το όνομά του αλλά ήταν τότε, το 2000, από τα πιο in στέκια της κοσμικής Αθήνας. Με θυμάμαι να βάζω μέσο αδερφικό μου φίλο για να μου κλείσει τραπέζι, όπως κι έγινε. Αλλά Ρένος χωρίς σασπένς για γυναίκα δεν υπάρχει. Τώρα όλα έδειχναν πως η Σταυρούλα και ο Ρένος ή θα γίνονταν (επιτέλους…) ζευγάρι ή θα χώριζαν οι δρόμοι τους για πάντα αυτή τη φορά. Ολα εξαρτιόντουσαν από τις διαθέσεις της Σταυρούλας…

Αλλά πολλές φορές τα φαινόμενα απατούν…

(συνεχίζεται…)

 

Ρένος Μπαλής